(Αφιερωμένο στον Δημήτρη Μιχαήλ (Φουγγή) από το Πραστειό Μεσαορίας)

Έφυγες μέρα Κάλαντα, με ανοιχτά τα ουράνια,
Έτοιμα να σε καλοδεχτούν μ’ ένα χρυσό στεφάνι.

Κι αν λείπει μακριά η Μεσαριά, χωρίς κλωνί να βάλει,
βασιλικιά στα χέρια σου, τα σταυρωμένα τώρα,
Και ο Πηδιάς από κοντά, με τα θολά νερά του,
Γλυκά κι αυτός να σε θωρεί, να της κρατά το ίσον,
Της Μεσαριάς, που με όμορφα λόγια να νανουρίζει,
Εσένα τον Σταυραετό, σούστειλε κρίνα, μιτσικόριδα,
γαμπριάτικα λουλούδια, στο στήθος σου να τα φοράς,
να μείνεις πάντα νέος.

Γονατισμένος δίπλα σου, ο Διγενής Ακρίτας,
Τα κονταροχτυπήματα για μια στιγμή έχει αφήσει,
Τον άχαρο τον πόλεμο κι ήρθε σ’ εσέ σαν κύρης.
Σκουπίζει ένα δάκρυ του απ’ τα πυκνά του γένια,
Γιατί ήσουν στο ασκέρι του, παιδί αντρειωμένο.
Κι η Ρήγαινα από δίπλα του, κυκλάμινα κρατώντας,
Πούχει μαζέψει, διαλεχτά, όλα τους ένα –ένα,
Από τον Πενταδάκτυλο, με τα πολλά τα κάστρα,
Για να πλουμίσει ευλαβικά, το κάθε μονοπάτι
που θα πατούσε ο καλός, ο διαλεχτός Ακρίτας,
Με δάκρυα και με λυγμούς όλα σου τα απλώνει,
Στο λυγερό σου το κορμί, σαν μαύρο κυπαρίσσι.
Μ’ ένα φιλί στο μάγουλο, σ’ έχει ξεπροβοδίσει,
Στην θέση της Μανούλας σου, που τώρα σε προσμένει...

Κοιμήσου εσύ Αετόπουλο, του Δίκαιου τον ύπνο,
Κι η Λευτεριά θαρθεί στα φανερά και θα σ’ αρπάξει.
Μέρα καταμεσήμερο, σαν χαίρεται όλη η πλάση,
Θαρθεί Αυτή, που αψηφά του Κέρβερου τη λύσσα,
Και το σπαθί το φωτεινό, στον Άδη θ’ ανεμίσει...
Στην αγκαλιά της τρυφερά πρώτα θα σε κρατήσει
Κι ύστερα πάνω στα ψηλά, αστέρι θα σε κάμει,
Να είσαι φως στον ουρανό, να διώχνεις τα σκοτάδια...

Βαλεντίνη Αναστασίου, Λονδίνο 5.1.2024