Η αυτάρκεια και η ευημερία των μελών της αγροτικής κοινωνίας του Πραστειού εξασφαλιζόταν κυρίως από τη γεωργία και τη κτηνοτροφία, υπό την προϋπόθεση βέβαια να ανοίγουν οι ουρανοί τους κρουνούς τους και να χαρίζουν τις ζωογόνες βροχές τους. Μια καλή σοδειά αποτελούσε σημαντικότατο παράγοντα για την εξυπηρέτηση των αναγκών της κοινότητας. Διαδραμάτιζε επίσης ρόλο στην άνθιση μιας σειράς από παραδοσιακές τέχνες, οι οποίες αφορούσαν όχι μόνο τις οικονομικές πτυχές της κοινότητας αλλά και τις πνευματικές και καλλιτεχνικές της.

Το Πραστειό αποτελούσε κέντρο τεχνών, με εξαίρετους μάστορες και μαστόρισσες στην καθεμιά από αυτές. Οι κατηγορίες των τεχνών και τεχνιτών του χωριού περιλάμβαναν, με αλφαβητική σειρά, τις ακόλουθες:

(Αφιέρωμα στην Κέρκυρα και σ' όλα τα απόδημα παιδιά της)

Που πήγε το φεγγάρι και κρύφτηκε,
Που είναι τα μύρια άστρα να κεντούν
Το βαθύ ατλάζι του ουρανού;
Μη κι έχει πέσει στα στήθια  μου ο ουρανός
Γι’ αυτό με σφίγγει και με πλακώνει;

«Μηδείς θρηνείτο πενίαν»
(Αναστάσιμος Λόγος Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου)

Με το δοξάρι κατεβάζεις τους ανθούς
και ευωδιάζει η πόλη.
Για μια δραχμή, για δυο,
ανοίγεις την πόρτα του ουρανού,
με του λυράρη του Απόλλωνα την χάρη!
Και κατεβαίνουν Σεραφείμ και ψάλλουν
και ο πολύβουος, ο άχαρος ο δρόμος,
απ’ τις δικές σου μελωδίες,
γίνεται φως του κόσμου.
Μια μεταμόρφωση τριγύρω επέρχεται,
το άσχημο και το κακό,
πλάθεται πάλι ωραίο.

(Νόστιμον Ήμαρ)

Οικιστής εσύ,
Κράτησες στα χέρια σου τ’ αγνά,
Το ιερό πυρ, από τον βωμό,
Της θαλασσοφίλητης Σαλαμίνας
Και το πήρες στην νέα πατρίδα.

Βάλε Αχιλλέα
Το  λαμπρό σου σπαθί στο θηκάρι του,
Λεβέντης εσύ
Κι ο Έκτορας όχι λιγότερο
Και των δυο η ζωή το ίδιο πολύτιμη,
Στις μάνες που σας γέννησαν
Γιοι ακριβοί.

Τα κονταροκτηπήματα,
Τους  σκοτωμούς αφήστε.
Καμιά Ελένης η ομορφιά και η τιμή,
Δεν είναι πιότερο ακριβή
Από τη νιότη σας
Και τη ζωή,
Στο γοργοτάξιδο του χρόνου διάβα,
Μοναδική...

Στην πόρτα που άνοιξε για μένα,
Πριν την διαβώ, σε πρόταξα εσένα.
Μαζί κινήσαμε στο ίδιο καράβι,
Σαν φύγαμε από την Τροία,
Και πήραμε τους δρόμους της θάλασσας για την Σαλαμίνα.
Μα σαν τα βλέφαρα μου έκλεισαν
κι’ ακούμπησα στον τοίχο του καραβιού κεφάλι μου, να ξαποστάσω
Απ’ του κουπιού του βαρετού τον αδιάκοπο μόχθο,
Εσύ έπιασες το πρώτο λιμάνι, με έσυρες στην γη κάτω,
Και ξανατράβηξες μονάχος για το άγιο το νησί μας.

Μονάχος μου σε ξένο τόπο,
Αναζητούσα ξενία και την βρήκα.
Ξένοι και άγνωστοι μου άνοιξαν τις πόρτες των σπιτιών τους,
Σε μέγαρα και φτωχοκάλυβα μπήκα
Και όλοι με καλοδέχτηκαν,
«Ξένε» μου, έλεγαν, «προστάτης σου ο Μέγας Δίας,
Κάνε το σπίτι μας δικό σου,
Δίπλα σου θα είμαστε σε κάθε σου ανάγκη.

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού
Λευκωσία -Κύπρος
Γραφείο Υπουργού
18 Μαρτίου, 1996

Δυο Λόγια

Η Βαλεντίνη Πετράκη- Αναστασίου τραγουδά με μια απλότητα χαρακτηριστική της Κυπριακής ψυχής την τουρκοπατημένη τώρα Μεσαριά, αυτή που ‘ταν η τροφός της Κύπρου, γέννημα η ίδια αυτής της γης.

Εκφράζω τις ειλικρινείς ευχαριστίες μου και την βαθιά μου ευγνωμοσύνη σε όλους όσους με στήριξαν με οποιονδήποτε τρόπο στην διάρκεια της μακράς πορείας μου για την συγγραφή αυτού του βιβλίου. Ιδιαίτερη ευγνωμοσύνη εκφράζω στον εξάδελφο μου Χρήστο Χατζηστερκώτη ο οποίος, με κάθε ευκαιρία, με ενεθάρρυνε να ολοκληρώσω και να εκδώσω αυτό μου το έργο. Εξίσου θερμές ευχαριστίες χρωστώ στην φίλη μου Ειρήνη Χατζηλοΐζου για την σημαντική στήριξη που μου πρόσφερε με την ενθάρρυνση της να ολοκληρώσω αυτό το έργο αλλά και με την εντόπιση νέων ατόμων για συμμετοχή στην έρευνα μου. Ευχαριστώ επίσης θερμά όλους όσους είχαν συμμετάσχει στην έρευνα και έδωσαν στοιχεία. Χωρίς την δική τους σημαντική συμβολή η ερευνητική αυτή εργασία δεν θα ολοκληρωνόταν. Ευχαριστώ επίσης θερμά όσους διάβασαν μέρος ή ολόκληρο το κείμενο του κείμενο του βιβλίου μου αυτού και μου έκαναν εποικοδομητικές παρατηρήσεις και εισηγήσεις.

Είδα στις 9 Ιουλίου το βράδυ, στο Σκαλί Αγλαντζιάς, το έργο του αρχαίου τραγικού ποιητή Ευριπίδη «Μήδεια» το οποίο ερμήνευε ένας θίασος Ρώσσων ηθοποιών. Υπήρχαν υπότιτλοι στα Ελληνικά και Αγγλικά που βοηθούσαν τους θεατές να παρακολουθούν την πλοκή του έργου.

Στην μια από τις δύο καρέκλες που βρίσκονται πάνω στην σκηνή, κάθεται η Μήδεια, σε μια στάση αυτισμού που την δείχνει πλήρως απορροφημένη στον εαυτό της και στις σκέψεις της, χωρίς καμιά απολύτως επαφή με το περιβάλλον της. Με την έναρξη του έργου τα δύο παιδάκια της κάθονται μαζί στην δεύτερη καρέκλα και τραγουδούν για τα βάσανα της μητέρας τους…

Put up your bright sword Achilleus,
For the dew will rust it.
Handsome though you are,
You are no more so than Hector.
Both of your precious bloods,
Milked on the same breast of care,
But dead, oh invaluable sons,
How mother’s eyes shall tear the ground!

If hatred swallows your hearts,
Death shall dog your heels,
Until over your pride you trip,
Or under the chariot wheels,
As the beating wings of Fate
Blow the breath from your face.