(«Ει τις θέλει πρώτος είναι, έσται πάντων έσχατος,
και πάντων διάκονος» Κατά Μάρκον, θ’ 35).

Μη με σκοτώνεις, γιε του Πηλέα ένδοξε,
με μάνα σου την Θέτιδα, την κοσμοξακουσμένη,
και της γενιάς σου ρίζα δυνατή, ο τρισμεγάλος Δίας!
Ελέα με, τι είμαι παιδί, στην όμορφη μου νιότη,
Κανένα εγώ δεν έβλαψα, ποτέ εις την ζωή μου.
Με καρτερά η μάνα μου κι ο κύρης να γυρίσω,
γέρος σοφός, ο Πρίαμος, κι η φρόνιμη Εκάβη,
εις τα βαθιά τους γηρατειά να μ’ έχουν αποκούμπι,
Αφού εσύ θανάτωσες πολλά απ’ τα παιδιά τους.
Μη μου τρυπήσεις γοργοπόδαρε, με το χαλκό κοντάρι
τα σπλάχνα και στου Άδη στείλεις με τα μουχλιασμένα κάστρα.
Λυπήσου την γυναίκα μου, τ’ αγέννητο παιδί μου,
Σπλαχνίσου μας λιοντόκαρδε και δείξε καλοσύνη,
Τι γέμισες τον Σκάμανδρο κουφάρια από νέους
Και τα θολά του τα νερά κοκκίνισες με γαίμα.
Την περισσή την δύναμη που σούβαλε ο Δίας,
Στα χέρια και στα πόδια σου, ο νεφελοστοιβάχτης,
Μην το θαρρείς σ’ την έδωσε εσύ για να σκοτώνεις,
Με το βαρύ το χέρι σου, το δίστομο σπαθί σου,
Που το σηκώνεις δίχως έλεος σε κεφαλές και σπλάχνα
Νέων ανδρών που έστειλε η δοξασμένη Τροία,
Γλυκιά πατρίδα μας εμάς, που εσείς ήρθατε ξένοι,
Και να πατήσετε ζητάς τα υψηλά της κάστρα.

Βάλε Αχιλλέα
Το  λαμπρό σου σπαθί στο θηκάρι του,
Λεβέντης εσύ
Κι ο Έκτορας όχι λιγότερο
Και των δυο η ζωή το ίδιο πολύτιμη,
Στις μάνες που σας γέννησαν
Γιοι ακριβοί.

Τα κονταροκτηπήματα,
Τους  σκοτωμούς αφήστε.
Καμιά Ελένης η ομορφιά και η τιμή,
Δεν είναι πιότερο ακριβή
Από τη νιότη σας
Και τη ζωή,
Στο γοργοτάξιδο του χρόνου διάβα,
Μοναδική...

Μυριόπλουμη Ακακία,
χαϊδεμένη της Άνοιξης,
που στολίστηκες
από την κορφή ως τη γη.

Πανώριο πλουμίδι του ευωδιαστού κάμπου,
φορτώθηκες χαμόγελα χρυσαφιά,
κρέμασες ηλιαχτίδες στο λαιμό
και κομπολόι τα χρυσά στο μέτωπο.

Όταν μου είπες σ’ αγαπώ
κείνο το βράδυ,
έπεσ’ ο ήλιος μέσ’ στην ποδιά μου
κι ας ήταν έξω σκοτάδι.

Σ’ αγαπώ,
σου ψιθύρισα με χείλια που τρέμαν.
Τώρα έχω το παν,
έχω εσένα.

Είσαι τριαντάφυλλο ακριβό
που τώρα λείπει.

Είσαι τ’ αρνί στη μάντρα μου,
το πρώτο
και τώρα,
το κοπάδι ολάκερο ορφανό,
σαν τραβά στη βοσκή
κι Εσύ να λείπεις.

Το κλάμα σου το γοερό,
που βγαίνει μέσα από τα βομβαρδισμένα ερείπια,
παιδί της Παλαιστίνης καμένο,
το πήρε ο άνεμος
και το ταξίδεψε στα φτερά του.
Κι ο άνεμος,
αλλιώς επήγε κι είπε,
πως ήσουν κι εσύ
και τα άλλα παιδιά στο καταφύγιο,
ασπίδα στους τρομοκράτες.

Η κυρία με το πλατύ χαμόγελο
και τα λευκά μαργαριτάρια στο λαιμό*,
δεν ξέρει από παιδικά κλάματα.
«Είναι νωρίς», δηλώνει,
«να σταματήσει ο πόλεμος,
θα απειληθούν ξανά, οι πολίτες του Ισραήλ»…

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το Πραστειό, όπως δηλώνει και μια από τις τοπικές παραδόσεις, οφείλει το όνομα του στην γειτνίαση του με την μεσαιωνική πόλη Σίγουρη, της οποίας θεωρήθηκε προάστειο. Όταν οι κάτοικοι της αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν ώστε να σωθούν από επιδρομές, σκορπίστηκαν στα γύρω χωριά και κάποιοι στο Πραστειό, τρία περίπου χιλιόμετρα βορειότερα της Σίγουρης.

Από τους αγίους, με εκκλησίες προς τιμή τους στην Σίγουρη, οι Πραστίτες αποφάσισαν να «φέρουν» στον νέο τους οικισμό τον Τροπαιοφόρο Άγιο Γεώργιο, επιλογή που δεν ξενίζει, δεδομένου ότι το Πραστειό, ως ένα κατ’ εξοχήν γεωργικό χωριό, στον μεγαλύτερο και γονιμότερο κάμπο της Κύπρου, ήθελε τον Άγιο Προστάτη της Γεωργίας. Του έκτισαν μεγαλόπρεπη εκκλησία, τον τιμούσαν με μεγάλη λαμπρότητα στις 23 Απριλίου και ζητούσαν την βοήθεια του για να διεκπεραιώσουν το τεράστιο, χρονοβόρο και κοπιώδες έργο του θερισμού με το δρεπάνι και τις υπόλοιπες διεργασίες, μέχρι που η ευλογημένη σοδειά να έπαιρνε την θέση της στον ασφαλή χώρο του «σέντε», της σιταποθήκης κάθε γεωργού.

Στο χειμερινό ανάκτορο των τσάρων στην Αγία Πετρούπολη

Ο τάφος του Αλέξανδρου Νιέφσκι φιλοξενείται στην Αίθουσα Συναυλιών του Χειμερινού Ανακτόρου των τσάρων στην Αγία Πετρούπολη (Doprovolsky, 2007,  σελ. 42- 43). Η αίθουσα αυτή είναι εξ ολοκλήρου σε λευκό χρώμα. Οι κίονες, τα κορινθιακά κιονόκρανα, τα γλυπτά, είναι όλα από κατάλευκο μάρμαρο που δημιουργεί την αίσθηση ενός αγνού μεγαλείου! Παραπέμπει προφανώς στην προσωπικότητα του Αλέξανδρου Νιέφσκι, ο τάφος του οποίου φιλοξενείται σε αυτή την μεγαλόπρεπη και όμορφη αίθουσα.

Πολύχρωμα πουλιά της πατρίδας
που ζείτε μακριά της,
σ’ άλλα κλαδιά πυκνόφυλλα
και παγωμένες λίμνες.
Κλωσάτε τα πουλάκια σας
και δοκιμάζουν τα φτερά τους
στο Βελιγράδι με τον Υψηλάντη,
στην Οδυσσό με τον Σκουφά και τον Τσακάλωφ,
στο Μόντρεαλ και στο Σικάγο,
στο Σαντιάγο και στην Καμπέρα
και στους αφρούς της κάθε θάλασσας.

Και το κελάδημα πολύβοο,
πάντα θυμίζει κλαρίνο και ζουρνά,
βιολί και λαγούτο της Κύπρου.

Οι γυναίκες του Πραστειού ανέθεταν σε επαγγελματίες ράπτριες τα ενδύματα για πιο επίσημη χρήση, όπως εκείνα που φορούσαν στην εκκλησία, σε γιορτές και πανηγύρια, ποικίλες τελετές και δεξιώσεις, π.χ. βαφτίσεις, αρραβώνες και γάμους, εκδρομές και προσκυνήματα. 

Οι επαγγελματίες ράφταινες διακρίνονταν σε δύο κατηγορίες: εκείνες έμαθαν το επάγγελμα πρακτικά και αυτές που είχαν συστηματική εκπαίδευση.