Σκοπός του βιβλίου αυτού είναι να περιγράψει και να παραδώσει στην παρούσα γενεά αλλά και στις επερχόμενες, χαρακτηριστικά που συνιστούσαν την φυσιογνωμία του Πραστειού ως κοινότητας της Μεσαορίας και κατ’ επέκταση της Κύπρου. Η φυσιογνωμία του Πραστειού όπως και άλλων κοινοτήτων και πόλεων της Κύπρου, είναι προϊόν της ιστορικής πορείας του τόπου μας, των καταβολών και επιδράσεων που δέχτηκε ως αποτέλεσμα της πορείας του αυτής μέσα στον χρόνο.

Η γεωγραφική της θέση μεταξύ τριών ηπείρων υπήρξε για την Κύπρο προνόμιο, αφού λειτούργησε ως σταυροδρόμι πολιτισμών Ανατολής και Δύσης, Βορρά και Νότου, από τους οποίους δέχτηκε επιδράσεις που τις αφομοίωσε και τις εξέφρασε στην συνέχεια με τον δικό της μοναδικό τρόπο, εμφανή στον λαϊκό της πολιτισμό. Η θέση της υπήρξε και κατάρα αφού πέρασε από τα χέρια όλων των εκάστοτε ισχυρών της περιοχής που της επέβαλαν τον ζυγό της δουλείας με όλα του τα δεινά για τον λαό της.Η θέση του Πραστειού, στο κέντρο της πεδιάδας της Μεσαορίας και μεταξύ των μεγαλύτερων χειμάρρων της Κύπρου διαδραμάτισε καταλυτικό πράγοντα στην εξέλιξη του χωριού. 

(«Ει τις θέλει πρώτος είναι, έσται πάντων έσχατος,
και πάντων διάκονος» Κατά Μάρκον, θ’ 35).

Μη με σκοτώνεις, γιε του Πηλέα ένδοξε,
με μάνα σου την Θέτιδα, την κοσμοξακουσμένη,
και της γενιάς σου ρίζα δυνατή, ο τρισμεγάλος Δίας!
Ελέα με, τι είμαι παιδί, στην όμορφη μου νιότη,
Κανένα εγώ δεν έβλαψα, ποτέ εις την ζωή μου.
Με καρτερά η μάνα μου κι ο κύρης να γυρίσω,
γέρος σοφός, ο Πρίαμος, κι η φρόνιμη Εκάβη,
εις τα βαθιά τους γηρατειά να μ’ έχουν αποκούμπι,
Αφού εσύ θανάτωσες πολλά απ’ τα παιδιά τους.
Μη μου τρυπήσεις γοργοπόδαρε, με το χαλκό κοντάρι
τα σπλάχνα και στου Άδη στείλεις με τα μουχλιασμένα κάστρα.
Λυπήσου την γυναίκα μου, τ’ αγέννητο παιδί μου,
Σπλαχνίσου μας λιοντόκαρδε και δείξε καλοσύνη,
Τι γέμισες τον Σκάμανδρο κουφάρια από νέους
Και τα θολά του τα νερά κοκκίνισες με γαίμα.
Την περισσή την δύναμη που σούβαλε ο Δίας,
Στα χέρια και στα πόδια σου, ο νεφελοστοιβάχτης,
Μην το θαρρείς σ’ την έδωσε εσύ για να σκοτώνεις,
Με το βαρύ το χέρι σου, το δίστομο σπαθί σου,
Που το σηκώνεις δίχως έλεος σε κεφαλές και σπλάχνα
Νέων ανδρών που έστειλε η δοξασμένη Τροία,
Γλυκιά πατρίδα μας εμάς, που εσείς ήρθατε ξένοι,
Και να πατήσετε ζητάς τα υψηλά της κάστρα.

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού
Λευκωσία -Κύπρος
Γραφείο Υπουργού
18 Μαρτίου, 1996

Δυο Λόγια

Η Βαλεντίνη Πετράκη- Αναστασίου τραγουδά με μια απλότητα χαρακτηριστική της Κυπριακής ψυχής την τουρκοπατημένη τώρα Μεσαριά, αυτή που ‘ταν η τροφός της Κύπρου, γέννημα η ίδια αυτής της γης.

Πριν από την ανάπτυξη της ραπτικής στο Πραστειό, ως αποτέλεσμα φοίτησης σε σχολή, η ραπτική γινόταν από πρακτικές, παραδοσιακές ράπτριες. Αυτές χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες, τις νοικοκυρές και τις επαγγελματίες.

Η Νοικοκυρά - Ράφταινα

Το πλήθος των δεξιοτήτων που κατείχε η κάθε νοικοκυρά του χωριού, με κάποιες εξαιρέσεις, περιλάμβανε και εκείνες της ραπτικής. Τα ενδύματα των μελών της οικογένειας, για καθημερινή χρήση και για εργασία, ράβονταν συνήθως από την νοικοκυρά. Τέτοια ήταν τα φορέματα, οι βράκες, τα εσώρουχα και οι ποδιές της κουζίνας:

(Αφιέρωμα τιμής στον Ελληνισμό της Κύπρου που συνέδραμε το Έθνος στους σκληρούς του αγώνες για Ελευθερία και Δικαιοσύνη. Το ποίημα αυτό το αφιερώνω ιδιαίτερα στους Κύπριους που πολέμησαν για την Ελευθερία της Μακεδονίας, στο πλευρό των Ελλαδιτών αδελφών, στην διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων και του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου).

Το υνί και το κοπάδι σου τα άφησες
Στης αδελφής τα χέρια,
Να οργώνει μονάχη της τη γη και να την σπέρνει,
Τα πρόβατα να βγάζει στη βοσκή
Στης Μεσαριάς τον κάμπο.
Τον κύρη εχαιρέτησες κι επήρες την ευχή του,
Την μάνα σου εφίλησες κι είχες σφιχταγκαλιάσει
Και στην καλή σου έστειλες βασιλικού κλωνάρι,
Να τώχει μες τον κόρφο της να του γλυκομιλάει.
Έτρεξες γρήγορα εσύ, εις την κραυγή του Έθνους,
Να πάεις μακριά, σ’ άλλα λιμέρια του Ακρίτα,
Με το σπαθί στο χέρι σου και λιονταρίσια την καρδιά,
Λευτερωτής μιας γης π’ αγάπησες,
Χωρίς να δεις, χωρίς να την πατήσεις.
Στα Πέντε Πηγάδια επολέμησες και στο Κιλκίς,
Στον Λαχανά και σ’ άλλες μάχες,
Όπου φωτιά και σίδερο εσύ πρώτος.
Αψήφησες του Χάροντα το κοφτερό δρεπάνι,
Τον δρόμο της δόξας επερπάτησες,
Τον δύσβατο κι αιματοποτισμένο.
Στη Σαλονίκη μπήκες νικητής,
Πορεύτηκες σε δαφνοστρωμένους δρόμους
Και ροδοπέταλα στην κεφαλή σου εδέχτηκες,
Που κόρες γαλανές σε έραναν με τα αγνά τους χέρια.
Με αίμα βάφτηκε η σαραντάπηχη σου η βράκα
Μα ήταν η ψυχή σου αδέλφι μου
Από το φως γεμάτη
Που δίνει η Λευτεριά στους εκλεκτούς της
Για να το σπέρνουν όπου διαβούν κι όπου θα περάσουν.
Από το φως που σ’ έλουσε άστραψε και η γη σου
Κι ας ήταν θρονιασμένη εδώ και σιδερόφραχτη η τυραννία...

Χτυπά η καμπάνα θλιβερά, και το χωριό ακούει!
Ποιος γέροντας να πέθανε και τον μοιρολογάει;
Γέρος κανείς δεν πέθανε, γέρος κανείς δεν πήγε,
δυο νιοι είναι που πέθαναν, δυο λιγνοκυπαρίσσια!

Αυγήν- αυγήν τους κρέμασαν, πριν τα πουλιά λαλήσουν
κι ο ουρανός τα άμετρα, τ’ αστέρια του τα σβήσει,
και ρίξει στην Ανατολή, για να ροδίσει, ρόδα.
Κρέμασαν τον Καραολή κι Ανδρέα Δημητρίου,
γιατί αγωνίστηκαν πολύ για την Ελευθερία,
της Κύπρου της πολύπαθης, της λατρεμένης γης μας.

Βάλε Αχιλλέα
Το  λαμπρό σου σπαθί στο θηκάρι του,
Λεβέντης εσύ
Κι ο Έκτορας όχι λιγότερο
Και των δυο η ζωή το ίδιο πολύτιμη,
Στις μάνες που σας γέννησαν
Γιοι ακριβοί.

Τα κονταροκτηπήματα,
Τους  σκοτωμούς αφήστε.
Καμιά Ελένης η ομορφιά και η τιμή,
Δεν είναι πιότερο ακριβή
Από τη νιότη σας
Και τη ζωή,
Στο γοργοτάξιδο του χρόνου διάβα,
Μοναδική...

Το κλάμα σου το γοερό,
που βγαίνει μέσα από τα βομβαρδισμένα ερείπια,
παιδί της Παλαιστίνης καμένο,
το πήρε ο άνεμος
και το ταξίδεψε στα φτερά του.
Κι ο άνεμος,
αλλιώς επήγε κι είπε,
πως ήσουν κι εσύ
και τα άλλα παιδιά στο καταφύγιο,
ασπίδα στους τρομοκράτες.

Η κυρία με το πλατύ χαμόγελο
και τα λευκά μαργαριτάρια στο λαιμό*,
δεν ξέρει από παιδικά κλάματα.
«Είναι νωρίς», δηλώνει,
«να σταματήσει ο πόλεμος,
θα απειληθούν ξανά, οι πολίτες του Ισραήλ»…

Το παρόν έργο συνιστά προϊόν ποιοτικής έρευνας στο οποίο χρησιμοποιήθηκε πολλαπλή μεθοδολογία στην συλλογή στοιχείων.

Εμπεριέχει επίσης τις προσωπικές παρατηρήσεις της ίδιας της ερευνήτριας η οποία, ως μέλος της κοινότητας του Πραστειού, είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει ή και να συμμετάσχει σε πλήθος από τις διεργασίες που περιγράφονται, την πλειοψηφία των οποίων την σάρωσε η έλευση της τεχνολογίας. Σκοπός της συγγραφέως είναι όπως, μέσα από την περιγραφή των ποικίλων διεργασιών, που κάνει στο βιβλίο της αυτό, να συμβάλει στην διάσωση των διεργασιών αυτών, έστω και ως ανάμνηση ενός πλούσιου λαϊκού πολιτισμού.

Αγάπησε με τώρα, Σαρπηδόνα,
είναι ο χρόνος δώρο ακριβό, μην το ξεχνάς.
Πες μου την λέξη την μεγάλη,
προτού κινήσεις για την Τροία.
Μην μου υπόσχεσαι πως αύριο θα μου την πεις,
ή σαν γυρίσεις πίσω νικητής, απ’ τον μεγάλο πόλεμο,
και θα ‘μαι δίπλα σου, βασίλισσα, στον θρίαμβο σου.
Το αύριο κανένας δεν το ξέρει,
παρά μονάχα ο Τρισμεγάλος Δίας,
πούχει την Γη μες στην παλάμη του, κι ορίζει όλο το σύμπαν.
Κι’ η Τύχη το γνωρίζει,
πού ‘ναι κι αυτής ο θρόνος της μες στους θεούς τους άλλους.

Έλα, λοιπόν, και πες μου το,
να ‘ρθει χαρά μες στην καρδιά μας, και των δύο,
η πιο ακριβή απ’ όλες,
ετούτη την στιγμή, που σε κατευοδώνω,
να πας ταξίδι μακρινό, εις την λαμπρή την Τροία,
που τώρα ζώνουν Αχαιοί και πόλεμος και δάκρυ.