Ανέμοι της Μεσαριάς
Στης Ρήγαινας τ’ Αυλοτόπια
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 3374
Με το φερνάτζι (1) στον σωρόν, το μάλαμα (2) ανεμίζουν,
Κι ο αέρας παίρνει τ’ άχυρα, ολόγυρα στον κάμπο.
Και δώσ’ του πάνε κι’ έρχονται αράδα ανεμιστάδες,
Ξυπόλυτοι πα’ στον σωρόν, κορμιά κυπαρισσένια
Και βράκες σαραντάπηχες στον κορνιαχτό ν’ ασπρίζουν.
Αντιλαλούν τα γέλια τους, ως του Πενταδακτύλου,
Τις αετίσιες τις κορφές, τις καστροφορεμένες,
Με τους Ακρίτες να θωρούν, την Μεσαρκάν να γλέπουν (3).
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 1980
Το κλάμα σου το γοερό,
που βγαίνει μέσα από τα βομβαρδισμένα ερείπια,
παιδί της Παλαιστίνης καμένο,
το πήρε ο άνεμος
και το ταξίδεψε στα φτερά του.
Κι ο άνεμος,
αλλιώς επήγε κι είπε,
πως ήσουν κι εσύ
και τα άλλα παιδιά στο καταφύγιο,
ασπίδα στους τρομοκράτες.
Η κυρία με το πλατύ χαμόγελο
και τα λευκά μαργαριτάρια στο λαιμό*,
δεν ξέρει από παιδικά κλάματα.
«Είναι νωρίς», δηλώνει,
«να σταματήσει ο πόλεμος,
θα απειληθούν ξανά, οι πολίτες του Ισραήλ»…
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 1567
(Ομήρου Οδύσσεια, Ραψωδία λ, στίχοι 134-144, σε Ελεύθερη Μετάφραση Βαλεντίνης Αναστασίοου)
134 Σαν τους σκοτώσεις με χαλκό που κόβει, τροχισμένος,
Είτε με δόλο την ψυχή, εσύ τους αφαιρέσεις,
Είτε και ολοφάνερα τους στείλεις εις τον Άδη,
Πάρε στο χέρι σου κουπί, ένα να του αρμόζει,
135 και κίνησε για μακρινούς τόπους που δεν ξανάδες
Γι’ ανθρώπους που την θάλασσα δεν έχουν αντικρύσει,
Ποτέ, την κυματόλουστη κι όλο αφρούς γεμάτη.
Που αλάτι αυτοί δεν ξέρουνε να ρίξουν στο φαΐ τους,
Ούτε τα πλοία γνώρισαν, τα ομορφοβαμμένα,
Τα μάγουλα τους κόκκινα σαν κοπελιάς κι εκείνα,
Ή τα κουπιά τους τα καλά που γίνονται φτερούγες,
Των καραβιών των καλοτάξιδων, σαν σχίζουν τα πελάγη.
Κι άλλο σημάδι θα σου πω, καθάριο, μην ξεχάσεις,
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 1819
Μυριόπλουμη Ακακία,
χαϊδεμένη της Άνοιξης,
που στολίστηκες
από την κορφή ως τη γη.
Πανώριο πλουμίδι του ευωδιαστού κάμπου,
φορτώθηκες χαμόγελα χρυσαφιά,
κρέμασες ηλιαχτίδες στο λαιμό
και κομπολόι τα χρυσά στο μέτωπο.
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 4378
-Φίλε Αχμέτ,
Έλα κι εσύ στον καφενέ,
Να πιούμε κόκκινο κρασί
Της Πιτσιλιάς
Και μέσα στο μεθύσι το θολό,
Να τραγουδήσουμε στην γλώσσα του καθένας,
Τραγούδια της πατρίδας μας.
Ξέχασε Αχμέτ
τον γιο τον σκοτωμένο,
παίζει κρυφτό στ’ αλώνια του χωριού μας,
μαζί με τον Αντρέα,
παιδί της πρώτης μου νιότης.
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 4451
(Αφιερώνω το ποίημα μου αυτό στον άγνωστο νεκρό της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974, που πέθανε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, μέσα στα χέρια μου)
Με τι δάκρυα να σε κλάψω παλικάρι μου,
Που τα μάτια κι η καρδιά μου στέγνωσαν,
Από τον πόνο και τον καημό!
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 1868
-Θεά πανώρια, του έρωτα και της αγάπης,
Στα πόδια σου γονατιστή παρακαλώ
Και την κορόνα απ’ το κεφάλι βγάζω.
Πες μου εσύ, του ερωτιάρη αδελφή,
Πού πήρε τον Ακρίτα μου ο Χάρος,
Που την ψυχή του άρπαξε,
Με μπαμπεσιά και δόλο.
-Ρήγαινα, αρχόντισσα, μαυροντυμένη,
Από τους νεκρούς,
κανένας δεν είναι μπορετό
για να γυρίσει πίσω.
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 1798
(Αφιέρωμα στον Τάσο)
Όπως ανέμελα, παιδούλα περπατούσα,
συνάντησαν τα μάτια μου,
την γαλανή θωριά των αμματιών σου.
Χαμήλωσα τα μάτια μου,
δεν άντεχαν την λάμψη της ματιάς σου.
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 1843
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το Πραστειό, όπως δηλώνει και μια από τις τοπικές παραδόσεις, οφείλει το όνομα του στην γειτνίαση του με την μεσαιωνική πόλη Σίγουρη, της οποίας θεωρήθηκε προάστειο. Όταν οι κάτοικοι της αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν ώστε να σωθούν από επιδρομές, σκορπίστηκαν στα γύρω χωριά και κάποιοι στο Πραστειό, τρία περίπου χιλιόμετρα βορειότερα της Σίγουρης.
Από τους αγίους, με εκκλησίες προς τιμή τους στην Σίγουρη, οι Πραστίτες αποφάσισαν να «φέρουν» στον νέο τους οικισμό τον Τροπαιοφόρο Άγιο Γεώργιο, επιλογή που δεν ξενίζει, δεδομένου ότι το Πραστειό, ως ένα κατ’ εξοχήν γεωργικό χωριό, στον μεγαλύτερο και γονιμότερο κάμπο της Κύπρου, ήθελε τον Άγιο Προστάτη της Γεωργίας. Του έκτισαν μεγαλόπρεπη εκκλησία, τον τιμούσαν με μεγάλη λαμπρότητα στις 23 Απριλίου και ζητούσαν την βοήθεια του για να διεκπεραιώσουν το τεράστιο, χρονοβόρο και κοπιώδες έργο του θερισμού με το δρεπάνι και τις υπόλοιπες διεργασίες, μέχρι που η ευλογημένη σοδειά να έπαιρνε την θέση της στον ασφαλή χώρο του «σέντε», της σιταποθήκης κάθε γεωργού.
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 1742
Μια γλάστρα με βασιλικό,
σε τούτη εδώ τη χώρα,
με τα ψηλά τα σπίτια της,
τους παγωμένους δρόμους!
Τι θέλει εδώ και τι γυρεύει;
Ξενιτεμένη μοιάζει
και προσπαθεί,
να ζεσταθεί απ’ τα χνώτα,
εκείνων π’ άφησαν μιαν άλλη γη,
πιο φωτεινή και γαλανή.
Υποκατηγορίες
Σελίδα 1 από 8