Σκοπός του βιβλίου αυτού είναι να περιγράψει και να παραδώσει στην παρούσα γενεά αλλά και στις επερχόμενες, χαρακτηριστικά που συνιστούσαν την φυσιογνωμία του Πραστειού ως κοινότητας της Μεσαορίας και κατ’ επέκταση της Κύπρου. Η φυσιογνωμία του Πραστειού όπως και άλλων κοινοτήτων και πόλεων της Κύπρου, είναι προϊόν της ιστορικής πορείας του τόπου μας, των καταβολών και επιδράσεων που δέχτηκε ως αποτέλεσμα της πορείας του αυτής μέσα στον χρόνο.

Η γεωγραφική της θέση μεταξύ τριών ηπείρων υπήρξε για την Κύπρο προνόμιο, αφού λειτούργησε ως σταυροδρόμι πολιτισμών Ανατολής και Δύσης, Βορρά και Νότου, από τους οποίους δέχτηκε επιδράσεις που τις αφομοίωσε και τις εξέφρασε στην συνέχεια με τον δικό της μοναδικό τρόπο, εμφανή στον λαϊκό της πολιτισμό. Η θέση της υπήρξε και κατάρα αφού πέρασε από τα χέρια όλων των εκάστοτε ισχυρών της περιοχής που της επέβαλαν τον ζυγό της δουλείας με όλα του τα δεινά για τον λαό της.Η θέση του Πραστειού, στο κέντρο της πεδιάδας της Μεσαορίας και μεταξύ των μεγαλύτερων χειμάρρων της Κύπρου διαδραμάτισε καταλυτικό πράγοντα στην εξέλιξη του χωριού. 

(Αφιερωμένο με Αγάπη στον Ελληνισμό του Πόντου)

Σε μαλαματένια κασέλα κρυβόσου,
Πέρα από την άκρη του Πόντου,
Το Χρυσόμαλλο Δέρας σε φύλαγε
Από τα χιόνια και τον Βοριά.
Δεσμώτης στον Καύκασο,
Φωτοδότης Εσύ,
Θαμμένος στην Γη, σαν τον σπόρο του σιταριού,
Ξεπετάχτηκες, με την πρώτη ακτίνα του ήλιου!

(Με αφορμή την συμπλήρωση 64 χρόνων από την θυσία του, αφιερώνω το ποίημα μου αυτό στον Χαράλαμπο Μούσκο, αγωνιστή της ΕΟΚΑ που έδωσε την ζωή του στα 22 του μόλις χρόνια για την Ελευθερία της Κύπρου)

Πρώτο εσύ χελιδόνι,
Πως μας ήρθες μέσα στο καταχείμωνο,
Με φορτωμένα τα φτερά σου, απ’ το χαρμόσυνο μήνυμα της Άνοιξης;
Το λαχταρούσε αυτή η Γη να το ακούσει,
στην αξημέρωτη νύχτα της ξένης κυριαρχίας.
Ποιος αέρας φύσηξε και σε έφερε κατά δω,
Χελιδόνι γοργόφτερο;
Το είχε γραμμένο η Κλωθώ στα δεφτέρια της,
Πως θα ‘ρχόσουν ή έφυγες κρυφά από τις Μοίρες,
Πέταξες νύχτα
Και ήρθες σ’ εμάς χελιδόνι,
Με τις μακρές σου φτερούγες να σπαθίζουν γοργά τον άνεμο;

Η αυτάρκεια και η ευημερία των μελών της αγροτικής κοινωνίας του Πραστειού εξασφαλιζόταν κυρίως από τη γεωργία και τη κτηνοτροφία, υπό την προϋπόθεση βέβαια να ανοίγουν οι ουρανοί τους κρουνούς τους και να χαρίζουν τις ζωογόνες βροχές τους. Μια καλή σοδειά αποτελούσε σημαντικότατο παράγοντα για την εξυπηρέτηση των αναγκών της κοινότητας. Διαδραμάτιζε επίσης ρόλο στην άνθιση μιας σειράς από παραδοσιακές τέχνες, οι οποίες αφορούσαν όχι μόνο τις οικονομικές πτυχές της κοινότητας αλλά και τις πνευματικές και καλλιτεχνικές της.

Το Πραστειό αποτελούσε κέντρο τεχνών, με εξαίρετους μάστορες και μαστόρισσες στην καθεμιά από αυτές. Οι κατηγορίες των τεχνών και τεχνιτών του χωριού περιλάμβαναν, με αλφαβητική σειρά, τις ακόλουθες:

Βραδυάζει και όπου νάναι θα σημάνουν οι καμπάνες της Ανάστασης.
Κι εγώ στη γραμμή από το χάραμα, περιμένω να δρασκελίσω τ’ οδόφραγμα,
χωρίς προσφάι, λίγο μόνο ψωμί και νερό,
η τελευταία ημέρα των νηστειών…

Κάνω το σταυρό μου, σαν να μπαίνω σε εκκλησιά,
την ώρα που περνώ την Πράσινη Γραμμή.
Λήδρα, σαράντα χρόνια να σε δω,
μην είναι όνειρο ή ειν’ αλήθεια ότι διαβαίνω τώρα τους δρόμους σου,
κι από παντού χέρια ανυψωμένα
και χαιρετούν «καλωσορίσατε», χόσκελτιν…

(Αφιερώνω το ποίημα αυτό στον θείο μου Πετράκη Ν. Πετράκη, αδελφό του πατέρα μου, που είχε διακριθεί ως αθλητής στο διτζιήμιν. Το αφιερώνω επίσης στον Γιάννη Χατζηστερκώτη, αδελφό του παππού της μητέρας μου Χατζηγιώργη Χατζηστερκώτη, που είχε κι αυτός σπουδαία επίδοση στο διτζιήμιν).

Έστεκες σαν αρκάντζιελος στην μέσην της Πλαταίας
Τζιαί σαν το Άστρον της Πωρνής που φέγγει μες τον κάμπον.
Έστραφτεν το μεταξωτόν πουκάμισον που εχόρες,
Φάμμαν που τες αρφάες σου, στην βούχαν με μανιέραν,
Με τέγνην το εράφκασιν στο σιέριν με βελόνιν.
Έστρωννεν τόσον όμορφα πας την πλαθκειάν σου ράσιην,
Εσέν, πον διπλοκάπουλλη, ίσια με μιαν βουκάνην.
Τζι' η ζώστρα η ολομέταξη, εις την λεγνήν σου κόξαν,
Με τα γρουσά της τα πλουμιά, τα κλώσια τα πολλά της,
Που εππέφταν πας την βράκαν σου, την προσιαστήν τζιαι μιάλην!

Φτωχέ Χριστέ,
Που μοίρασες τα πέντε σου ψωμιά
Και διαμέλισες τα δυο σου ψάρια,
Χόρτασες μ’ αυτά τα πλήθη
Και ζέστανες, τις παγωμένες τους ψυχές.

Εσύ, που τον χιτώνα σου,
Τον έπαιξαν στα ζάρια,
Όταν γυμνός κρεμόσουν στον σταυρό,
Θυμάμαι που είπες
Κάτω απ’ τον ίσκιο μιας ελιάς,
Πως για να γίνει βασιλιάς,
Δεν το χρειάζεται ο άνθρωπος το στέμμα.
Είπες, οδοιπόρε της αιωνιότητας,
Πως βασιλιάς είναι αυτός
Που από τα δυο του πουκάμισα,
Χάρισε το ένα,
Που μέτρησε την αγάπη
Με την προσφορά,
Που αγάπησε τον διπλανό
Ίσα με τον εαυτό του.

(Αφιερωμένο στον Ηρωομάρτυρα Τάσο Ισαάκ)

Εκεί στη νεκρή ζώνη, της μοιρασμένης πατρίδας,
έριξες λίπασμα το κορμί σου και το αίμα.

Στο χειμερινό ανάκτορο των τσάρων στην Αγία Πετρούπολη

Ο τάφος του Αλέξανδρου Νιέφσκι φιλοξενείται στην Αίθουσα Συναυλιών του Χειμερινού Ανακτόρου των τσάρων στην Αγία Πετρούπολη (Doprovolsky, 2007,  σελ. 42- 43). Η αίθουσα αυτή είναι εξ ολοκλήρου σε λευκό χρώμα. Οι κίονες, τα κορινθιακά κιονόκρανα, τα γλυπτά, είναι όλα από κατάλευκο μάρμαρο που δημιουργεί την αίσθηση ενός αγνού μεγαλείου! Παραπέμπει προφανώς στην προσωπικότητα του Αλέξανδρου Νιέφσκι, ο τάφος του οποίου φιλοξενείται σε αυτή την μεγαλόπρεπη και όμορφη αίθουσα.