(Αφιερώνω το ποίημα αυτό στον θείο μου Πετράκη Ν. Πετράκη, αδελφό του πατέρα μου, που είχε διακριθεί ως αθλητής στο διτζιήμιν. Το αφιερώνω επίσης στον Γιάννη Χατζηστερκώτη, αδελφό του παππού της μητέρας μου Χατζηγιώργη Χατζηστερκώτη, που είχε κι αυτός σπουδαία επίδοση στο διτζιήμιν).

Έστεκες σαν αρκάντζιελος στην μέσην της Πλαταίας
Τζιαί σαν το Άστρον της Πωρνής που φέγγει μες τον κάμπον.
Έστραφτεν το μεταξωτόν πουκάμισον που εχόρες,
Φάμμαν που τες αρφάες σου, στην βούχαν με μανιέραν,
Με τέγνην το εράφκασιν στο σιέριν με βελόνιν.
Έστρωννεν τόσον όμορφα πας την πλαθκειάν σου ράσιην,
Εσέν, πον διπλοκάπουλλη, ίσια με μιαν βουκάνην.
Τζι' η ζώστρα η ολομέταξη, εις την λεγνήν σου κόξαν,
Με τα γρουσά της τα πλουμιά, τα κλώσια τα πολλά της,
Που εππέφταν πας την βράκαν σου, την προσιαστήν τζιαι μιάλην!

-Dostrum Ahmet,
Sen de gel Kahveye
Icelim Picilia’nin
Kirmizi sarabini
Ve bugulu sarhosluk icinde
Sarkimizi soyleyelim
Kendi dilimizde her birimiz...
Unut Ahmet,
Oldurulen cocugu,
Saklambac oynuyor  koyumuzun harman yerinde

Adreas’ la  beraber
Gencligimin ilk cocugu
Atla
Yesil Hattin uzerinden,
Dostum Ahmet
Ve gel,
Kadehimi senin icin doldurdum.
Bizi ayiran bu hudut
Yesil, kara, kirmizi
Her heyse,
Bizim sinirimiz olamaz.

-Θεά πανώρια, του έρωτα και της αγάπης,
Στα πόδια σου γονατιστή παρακαλώ
Και την κορόνα απ’ το κεφάλι βγάζω.
Πες μου εσύ, του ερωτιάρη αδελφή,
Πού πήρε τον Ακρίτα μου ο Χάρος,
Που την ψυχή του άρπαξε,
Με μπαμπεσιά και δόλο.

-Ρήγαινα, αρχόντισσα, μαυροντυμένη,
Από τους νεκρούς,
κανένας δεν είναι μπορετό
για να γυρίσει πίσω.

(Αφιέρωμα τιμής στους Ελλαδίτες αγνοούμενους αξιωματικούς και στρατιώτες, που πολέμησαν με ανδρεία και θυσίασαν την ζωή τους για την Ελευθερία της Κύπρου, στην διάρκεια της Τουρκικής εισβολής). 

Με σφαίρα εις το γόνατο κι από μια λίμνη αίμα,
σ’ αρπάζει ο Πικροχάροντας, στην πιο όμορφη σου νιότη,
με το κακό το χέρι του, το φονικό δρεπάνι. 

Όταν πεθάνω βγάλτε μου το μνήμα μου μεγάλον,
να με χωρά να στέκομαι, να μπόρω να ξαπλώνω.
Εις τον Βορράν και Γέννησιν, αφήστε παραθύριν,
για να θωρώ την Μεσαριάν, που χάραμαν ως δείλις.
Επάνω από το μνήμα μου, μην κάμετε κιβούριν,
ούτε λουλούδια θέλω ‘γω και κρίνα ανθισμένα,
μόνο να μου φυτεύετε σιτάρι κάθε Νιόβρη.
Να το θωρώ που θα βλαστά και που θα μεγαλώνει
και με τον Μάρτη τον καλό, τα στάχυα όταν γεμίζουν,
θα χαίρετ’ η ψυχούλα μου και θα αναγαλλιάζει.


Κι όταν στου Πλάστη θα βρεθώ εγώ μπροστά στο θρόνο,
θα πέσω εις τα πόδια του και θα του τα φιλήσω
και θα του πω να μην ξεχνά, να βρέχει κάθε χρόνον
στη Μεσαριά νερά πολλά, να πίνει να χορτάνει.
Και στα βουνά του Μαχαιρά να βρέχει, να χιονίζει,
να κατεβαίνει ο Πηδιάς γεμάτος κάθε χρόνον,ζώνη διαμαντοσόλιστη, στη μέση να τη ζώνει.

Το κλάμα σου το γοερό,
που βγαίνει μέσα από τα βομβαρδισμένα ερείπια,
παιδί της Παλαιστίνης καμένο,
το πήρε ο άνεμος
και το ταξίδεψε στα φτερά του.
Κι ο άνεμος,
αλλιώς επήγε κι είπε,
πως ήσουν κι εσύ
και τα άλλα παιδιά στο καταφύγιο,
ασπίδα στους τρομοκράτες.

Η κυρία με το πλατύ χαμόγελο
και τα λευκά μαργαριτάρια στο λαιμό*,
δεν ξέρει από παιδικά κλάματα.
«Είναι νωρίς», δηλώνει,
«να σταματήσει ο πόλεμος,
θα απειληθούν ξανά, οι πολίτες του Ισραήλ»…

(Αφιέρωμα στους Αγνοούμενους της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, το 1974)

Έκοψες το ψωμί το ζεστό που μόλις είχα βγάλει από τον φούρνο,
Πήρες ένα κομμάτι και το δάγκωσες, δεν είχες μπουκώσει* ακόμα.
«Τι γλυκό το ψωμί σου, μάνα», μου είπες
Και έκανες κατά το κάγκελο του σπιτιού μας.
Άφησα κάτω το φουρνόφτυαρο κι ας ήταν γεμάτος ο φούρνος ψωμιά.
Έτρεξα πίσω σου και σε πρόλαβα, εκεί στο κάγκελο
Και σε φύλησα ξανά.
Εσύ έφυγες, κι εγώ, εκεί στο κάγκελο,
Να σε κοιτώ που δάγκωνες το ζεστό ψωμί,
Σαν προχωρούσες με μεγάλες δρασκελιές.
Σε είδα που άνοιξες την πόρτα του λεωφορείου,
Στην άκρη του δρόμου,
Εκεί στην πλαταιΐτσα της γειτονιάς μας.
Στο λεωφορείο που σε περίμενε.
Σε περίμενε, ένα λεωφορείο γεμάτο νέα παιδιά,
Τα παιδιά της γειτονιάς μας,
Τα παιδιά του χωριού μας.
Με ένα μουγκρητό ξεκίνησε το λεωφορείο,
Θα πηγαίνατε στην Κερύνεια, εκείνο το πρωί του Αλωνάρη,
Ανήμερα του Προφήτη Ηλία,
Μου είχες πει.
Σου έγνεψα με το χέρι μου και σου είπα,
«Στο καλό παιδί μου!»
Ανταπέδωσες τον χαιρετισμό μου,
Από το παράθυρο του λεωφορείου,
Μου κούνησες το χέρι, με το κομμάτι το ψωμί στην χούφτα…

Μετά από αρκετό δισταγμό πείσθηκε τελικά η Ειρήνη και έμεινε να πάρουμε μαζί το αναστάσιμο γεύμα μας. Είχε φέρει άφθονα, καλομαγειρεμένα φαγητά, αποδεικνύοντας και το χάρισμα της στην μαγειρική. Έφερε λοιπόν αρνί κλέφτικο, με πατάτες και ολόσωστα κρεμμύδια τυλιγμένα μαζί με το αρνί. Ως συνοδευτικά έφερε επίσης λαχανικά που ήταν κολοκύθα λαχανικό ήταν το σπανάκι με το αυγά. Το μόνο που έβαλα εγώ ήταν το γιαούρτι που μου το είχε φέρει κι αυτό η Ειρήνη την προηγούμενη μέρα, μαζί με τα υπόλοιπα ψώνια.

Ενώ τρώγαμε μιλούσαμε για διάφορα θέματα. Είπα στην Ειρήνη για το πόσο πολύ απόλαυσα όλες τις λειτουργίες της Αγίας Εβδομάδας, με αποκορύφωμα την θεία λειτουργία του Όρθρου της Αναστάσεως και τον Εσπερινό της Αγάπης, από το ιερό ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι της Κωνσταντινουπόλεως. Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος, ντυμένος την λαμπρή του στολή, όρθιος στον θρόνο του να ψάλλει και να του απαντά από απέναντι ο αριστερός ψάλτης με μια βαριά, βαρύτονη φωνή γεμάτη μελωδικότητα και κάλλος. Τον συνόδευαν δύο ισοκράτες που αναδείκνυαν ακόμα περισσότερο την δική του μοναδική φωνή. Μου θύμισε τον μακαριστό Ανδρέα Πακούλα, τον δεξιό ψάλτη του Πραστειού με την αξεπέραστη βαρύτονη φωνή του. Χωρίς μικρόφωνο πλημμύριζε τον περικαλλή ναό του Αγίου Γεωργίου μας, με την μελωδικότητα και τον ενθουσιασμό με τον οποίο έψαλλε τους αναστάσιμους ύμνους. Η απόδοση των ύμνων αυτών από τον μακαριστό Πακούλα ήταν μεγαλειώδης.

Όταν μου είπες σ’ αγαπώ
κείνο το βράδυ,
έπεσ’ ο ήλιος μέσ’ στην ποδιά μου
κι ας ήταν έξω σκοτάδι.

Σ’ αγαπώ,
σου ψιθύρισα με χείλια που τρέμαν.
Τώρα έχω το παν,
έχω εσένα.

Βραδυάζει και όπου νάναι θα σημάνουν οι καμπάνες της Ανάστασης.
Κι εγώ στη γραμμή από το χάραμα, περιμένω να δρασκελίσω τ’ οδόφραγμα,
χωρίς προσφάι, λίγο μόνο ψωμί και νερό,
η τελευταία ημέρα των νηστειών…

Κάνω το σταυρό μου, σαν να μπαίνω σε εκκλησιά,
την ώρα που περνώ την Πράσινη Γραμμή.
Λήδρα, σαράντα χρόνια να σε δω,
μην είναι όνειρο ή ειν’ αλήθεια ότι διαβαίνω τώρα τους δρόμους σου,
κι από παντού χέρια ανυψωμένα
και χαιρετούν «καλωσορίσατε», χόσκελτιν…