Στην μικρή κοινωνία του Πραστειού Μεσαορίας των περασμένων αιώνων, όπως συνέβαινε και στις υπόλοιπες κοινωνίες της Κύπρου, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις και οι λαϊκές δοξασίες διατηρούσαν κεντρική θέση στη καθημερινότητα των ανθρώπων ενώ αποκτούσαν ιδιαίτερη σημασία σε γιορτές και σημαντικές κοινωνικές εκδηλώσεις. Στις ιστορίες που καταγράφονται από την εποχή, τα γεγονότα αναμιγνύονται με μυστικισμό για να έχουμε σήμερα αφηγήσεις όπου ο θρύλος στέκεται χέρι-με-χέρι με την ιστορία και τις παραδόσεις του τόπου. Τα θαύματα των αγίων είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Διαβάστε στην συνέχεια αφηγήσεις που συνέλεξα από Πραστίτες για θαύματα του Άγιου Γεωργίου, αρχικά εκείνα που απεικονίζονται στην εικόνα του και στην συνέχεια θαύματα σε Πραστίτες καθώς και σε ένα Περιστερωνίτη.
Τα θαύματα που προβάλλονται στην εικόνα του Αγίου Γεωργίου
Ο Σκλάβος Γεώργιος Μεταφέρεται στην Οικογένεια του
Ο νεαρός Γεώργιος κλήθηκε από τον αυτοκράτορα να πολεμήσει σε ένα από τους πολλούς πολέμους της αυτοκρατορίας. Στην διάρκεια μιας από τις μάχες στις οποίες είχε συμμετάσχει πιάστηκε αιχμάλωτος. Πουλήθηκε ως σκλάβος και αγοράστηκε από κάποιο πλούσιο για να τον υπηρετεί στο αρχοντικό του.
Ήταν 23 Απριλίου και η ευσεβής οικογένεια του Γεωργίου, μακριά στην πατρίδα του, έκαναν την γιορτή του Αγίου Γεωργίου. Μετά τον εκκλησιασμό κάλεσαν τους συγγενείς και φίλους που παρευρίσκονταν στην γιορτή στο σπίτι τους σε γεύμα. Ενώ κάθονταν όλοι στο τραπέζι η μητέρα του Γεωργίου απηύθυνε ικεσία στον Άγιο Γεώργιο «Άιε μου Γιώρκη μου τζαι να μας έφερνες τζιαι τον Γεώργιο μας!».
Την ώρα εκείνη ο Γεώργιος κρατούσε μικρή κανάτα με νερό στο ένα του χέρι και λεκάνι στο άλλο και έριχνε στον αφέντη του νερό για να πλύνει τα χέρια του και νιφτεί. Όπως ήταν κλειστή η πόρτα του αρχοντικού, παρουσιάστηκε ξαφνικά ο Άγιος Γεώργιος, καβάλα στο άσπρο του άλογο και λέει στον Γεώργιο:
«Κάτσε πίσω μου».
Χωρίς δεύτερη σκέψη και χωρίς καν να ασχοληθεί να αφήσει κάτω την κανατούλα που κρατούσε, ο μέχρι εκείνη την στιγμή σκλάβος Γεώργιος, πετάχτηκε αμέσως πάνω στο άλογο και κάθισε πίσω από τον Άγιο. Όλες οι εικόνες του Αγίου Γεωργίου του Δρακοντοκτόνου παρουσιάζουν τον Γεώργιο με την κανατούλα ακόμα στο χέρι του!
Η Σωτηρία της Βασιλοπούλας από τον Δράκοντα
Ενώ κάλπαζε το άλογο του Αγίου για να πάρει τον Γεώργιο στο σπίτι του, άκουσε ο Άγιος την κραυγή της βασιλοπούλας που είδε τον φοβερό δράκοντα μπροστά της, έτοιμο να την κατασπαράξει. Με όλη την φρόνηση και την σοφία που τον χαρακτήριζε, ο Άγιος άλλαξε αμέσως πορεία διότι προείχε η σωτηρία της κόρης κι ας καθυστερούσε λίγο η επιστροφή του Γεώργιου στο σπίτι του. Ο δράκος μόλις τους είδε χάρηκε και αναφώνησε, σύμφωνα με την παραλλαγή του τραγουδιού του Αγίου Γεωργίου που μου έλεγε τακτικά η γιαγιά μου Χατζητσικκινα:
«-Μπουκκωμαν τρώω τον άδρωπον τζι’ ύστερα την κοπέλλαν,
τζιαι τσας τα καταδείλινα άππαρον με την σέλλαν.
Μιαν χαντζιαρκάν του έδωκεν, τζι η πόλις ούλλη εσούστην,
τζιαι το σκαμνίν του βασιλιά έππεσεν τζι’ ετσακκίστην…
-Ποιος είν’ αυτός που μούκαμεν τούτην την καλοσύνην,
να δώκω το βασίλειον μου, τζι’ ούλλον τον θησαυρόν μου,
να δώκω τζιαι την κόρην μου τζιαι να γινεί γαμπρός μου.
Τζιαι πολοάται Άιος τζιαι λέει τζιαι λαλεί του:
-Σιαίρου τζιαι το βασίλειον σου, σιαίρου τζιαι το παιδί σου,
σιαίρου τζιαι την κουρούναν σου πούσιεις στην τζιεφανή σου!
Αν θέλεις να κάμεις χάρισμαν, κάμε μιαν εκκλησίαν,
τζιαι βάλε τζιαι ζωγράφισε Γριστόν τζιαι Παναΐαν,
τζιαι στην δεξιάν της την μερκάν, κάμε ‘ναν καβαλλάρην,
αρματωμένον με σπαθίν τζιαι με γρουσόν κοντάριν».
Η ιστορία αυτή με το θαύμα του Αγίου Γεωργίου και την σωτηρία της βασιλοπούλας από τον φοβερό δράκοντα πέρασε στην ψυχή του λαού μας και στην μνήμη του λαού μας. Διαφύλαξε στην ψυχή του ο λαός την εικόνα του Αγίου ως την προσωποποίηση της υπέρτατης ανδρείας, ευγένειας, λεβεντιάς και ανταπόκρισης σε ικεσία που απευθύνεται εν ώρα ανάγκης.
Οι Πραστίτες ένιωθαν ιδιαίτερη γοητεία για τον Άγιο τους τον οποίο θεωρούσαν και ως ίνδαλμα ανδρικού κάλλους. Εξέφραζαν αυτή τους την γοητεία για το κάλλος του Αγίου με τα υποκοριστικά που του έδιναν, ένα από τα οποία ήταν «κοτζιηνόσιειλος» ως ένδειξη και της νεότητας του. Το άλλο του υποκοριστικό ήταν «τσιελεπής» που και πάλιν σημαίνει νέος και ωραίος.
Η Παράδοση του Γεωργίου στους Οικείους του
Αμέσως μετά την σωτηρία της βασιλοπούλας ο Άγιος συνέχισε την πορεία του μέχρι την οικία του Γεώργιου όπου ο πρώην σκλάβος κατεβαίνει και ενώνεται με την οικογένεια του, ως ελεύθερος πλέον άνθρωπος, με την χάρη του Αγίου:
«Ως των αιχμαλώτων ελευθερωτής και των πτωχών υπερασπιστής…»
Η Εικόνα του Αγίου Γεωργίου του Δρακοντοκτόνου
Αξίζει να σημειωθούν και κάποια στοιχεία της εικόνας του Αγίου από πλευράς τέχνης και ερμηνείας. Το μέγεθος τόσο του σκλάβου Γεώργιου όσο και της βασιλοπούλας είναι εμφανώς μικρότερο από τον Άγιο, για να τονιστεί προφανώς το μεγαλείο της αγιότητας και της υπεροχής του Αγίου, έναντι των ανθρώπων. Αυτό το χαρακτηριστικό το βλέπουμε και στην αρχαιότητα. Ο Ασκληπιός για παράδειγμα, παρουσιάζεται μεγαλύτερος από τους ασθενείς τους οποίους θεραπεύει. Η Βυζαντινή Αγιογραφία κληρονόμησε, μεταξύ άλλων, από τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, το στοιχείο της πιο πάνω διαφοράς στο μέγεθος, την ενδυματολογία των αγίων που παρουσιάζονται με χιτώνες και μανδύες ελληνικούς, καθώς και την τεχνοτροπία. Η κληρονομιά αυτή που δέχτηκε ο Χριστιανισμός από τον ελληνικό πολιτισμό πρέπει να αναγνωρίζεται και να τιμάται δεόντως.
Η βασιλοπούλα παρουσιάζεται να τραβά, με εντολή του Αγίου Γεωργίου και με αλυσίδα που της έδωσε από το δισάκι του, τον νεκρό πλέον δράκοντα, ώστε να τον δει ο κόσμος και να πιστέψει στο θαύμα του Αγίου. Μπορεί να θεωρηθεί κι εδώ ένα δεύτερο θαύμα του Αγίου, η μικροκαμωμένη βασιλοπούλα να βρίσκει την δύναμη για να τραβήξει το τεράστιο θηρίο και να το πάρει στην πόλη, ως μαρτυρία του θαύματος.
Η φούντα της ουράς του αλόγου είναι δεμένη, προφανώς σκόπιμα από την χάρη του ίδιου του Αγίου, ώστε να μην δώσει στον δράκοντα την ευκαιρία να αρπάξει το άλογο από την μακριά ουρά του και να το σύρει κάτω.
Άγιος Γεώργιος Δρακοντοκτόνος |
Θαύματα του Αγίου Γεωργίου σε Πραστίτες και ένα Περιστερονίτη
Διαβάστε στην συνέχεια σύγχρονα θαύματα που επιτέλεσε ο Άγιος Γεώργιος σε Πραστίτες αλλά και σε ένα Περιστερωνίτη. Οι αφηγήσεις εμπεριέχουν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις και τις δοξασίες που κυριαρχούσαν μεταξύ των ανθρώπων, παλαιότερων χρόνων.
Ο Άγιος Γεώργιος Σώζει τον Ορφανό Νέο που Έπεσε σε Πηγάδι
Ήταν ένα βράδυ του Χειμώνα όταν ο Χρίστος (γνωστός ως Χρίστος της Κόρη- Ελένης) πήγε, όπως συνήθιζε στο καφενείο του χωριού να πιεί ένα κρασί και να περάσει λίγη ώρα με τους φίλους του. Αφού λοιπόν τα είπε με την παρέα του, καληνύχτισε όλους και αναχώρησε για το σπίτι του. Πριν περάσει πολλή ώρα ανοίγει ξανά η πόρτα του καφενείου και παρουσιάζεται μπροστά τους ο Χρίστος με τα νερά να στάζουν από όλο του το κορμί!
Ξαφνιασμένοι όλοι οι παρευρισκόμενοι στο καφενείο τον ρώτησαν, με κομμένη την ανάσα τι είχε συμβεί. Ο Χρίστος τους είπε ότι, ενώ βάδιζε προς το σπίτι του, μέσα στην σκοτεινιά της νύχτας, έπεσε σε «λάκκο» ένα πηγάδι που οι χωριανοί δεν είχαν προνοήσει να του βάλουν ένα κάλυμμα για προστασία από τέτοια ατυχήματα. Ενώ έπεφτε έβαλε κραυγή «Άιε μου Γιώρκη μου, γλύτωσ’ με». Την ίδια κιόλας στιγμή ο λάκκος πλημμύρισε από φως και ένα χέρι τον άρπαξε και τον τράβηξε πάνω!
Ο πνιγμός του νέου αυτού θα ήταν σίγουρος, όπως μαρτυρούσε το γεγονός ότι ήταν βρεγμένος ολόκληρος. Σηκώθηκαν τότε πάνω όλοι οι παρευρισκόμενοι στο καφενείο, έβαλαν τον σταυρό τους με ευλάβεια, μετέβηκαν στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου μας, στο κέντρο του χωριού μας και χτύπησαν τις καμπάνες. Μαζεύτηκε το χωριό, ανακοίνωσαν το θαύμα σε όλους και έκαναν δοξολογία για να ευχαριστήσουν τον Θεό και τον Άγιο που έσωσε τον νεαρό Πραστίτη από βέβαιο θάνατο.
Αυστηρή εντολή του Αγίου σε αναιδή που πήρε «Πορουκανίθκια» του
Ο Αντώνης Ξυδάς ευσεβής Χριστιανός και καντηλανάφτης στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου ήταν και επιδέξιος μάστορας σε πολλές μάλιστα τέχνες. Παρενθετικά αναφέρω ότι, πριν από την γιορτή του Αγίου, κατέβασε ένα προς ένα τους πολυελαίους της εκκλησίας, αποσυναρμολογούσε πλήρως τα κρύσταλλα τους και τα έπλενε με την βοήθεια της συζύγου και της κόρης του. Στην συνέχεια τα συναρμολογούσε και κρέμαγε ξανά τους πολυελαίους στην θέση τους που άστραφταν κυριολεκτικά, πεντακάθαροι όπως ήταν.
Μια μέρα λοιπόν, ενώ ο Ξυδάς έκανε ξυλουργικές εργασίες για την εκκλησία, ήρθε εκεί ένας συγχωριανός μας και άρχισε να γεμίζει την κοφίνα που κρατούσε με λεπτές φέτες του ξύλου, τα λεγόμενα «πορουκανίθκια» που προέκυπταν από το ροκάνισμα των ξύλων. Όπως εξήγησε στον Ξυδά, ήθελε τα ξύλα ως «προσάναμμα» για να ανάψει τον φούρνο η σύζυγος του. Προσάναμμαν ήταν το εύφλεκτον υλικόν που χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες ως αρχή για το ζέσταμα του φούρνου, το λεγόμενο «πύραμαν», που γινόταν απαραιτήτως πριν τοποθετηθούν τα ψωμιά μέσα στον φούρνο. Ο Ξυδάς τον σταμάτησε αμέσως και του είπε:
- Ερώτησες τον τζιείνον που τα ρίζει; Τον νοικοτζιύρην;
Έκπληκτος ο θρασύς εκείνος τύπος του απάντησε:
- Ποιος εν που τα ρίζει; Ποιος εν ο νοκοτζιύρης;
Ο Ξυδάς του έδειξε την εκκλησία, εννοώντας ότι νοικοκύρης είναι ο Άγιος!
Ο θρασύς τύπος εξέφρασε μια βρισιά, συνέχισε να γεμίζει την κοφίνα του και που πήγε να αποχωρήσει τον σταμάτησε ο Ξυδάς και του είπε:
-Ο Άγιος εν τζι’ ήθελεν τίποτε άλλον που ‘σέναν, έτο, να μπεις μέσ’ στην εκκλησιάν, να κάμεις τον σταυρόν σου για να δείξεις τον σεβασμόν σου τζιαι νάρτεις ύστερα να γιομώσεις την κοφίνα σου. «Πόψε, εν να σου δειχτεί ο Άιος τζι’ αύριον που το ξηφώτιν εν νάρτεις να τα φέρεις πίσω…»
Ο άνθρωπος εκείνος έφυγε συνεχίζοντας να επαναλαμβάνει τα λόγια που είπε και πριν.
Ο Ξυδάς έδωσε εντολή στα παιδιά που ήταν μαζεμένα γύρω του και τα μεγαλύτερα τον βοηθούσαν ενώ τα μικρότερα απλά παρακολουθούσαν, να μην προσθέσουν άλλα «πορουκανίθκια» επάνω στον σωρόν από τον οποίο γέμισε την κοφίνα του ο απρόσκλητος «πελάτης».
Μεσάνυκτα ακριβώς παρουσιάστηκε ο Άγιος σε εκείνον που πήρε τα ξύλα με θρασύ τρόπο. Του είπε να πάει να τα βάλει, εκεί ακριβώς που τα βρήκε. Ο ίδιος ήθελε να τα πάρει το πρωί, η γυναίκα του όμως, που είχε διαφωνήσει εξ αρχής με την πράξη του συζύγου της, επέμενε να τα μεταφέρουν αμέσως στο προαύλιο της εκκλησίας. Πήρε εκείνη το ένα «χέρι» της κοφίνας και τον βοήθησε να μεταφέρουν τα «πορουκανίθκια» εκεί ακριβώς που ήταν.
Το πρωί που πήγε στην δουλειά του ο Ξυδάς διαπίστωσε αμέσως την επιστροφή των «πορουκανιθκιών» και ζήτησε από τα παιδιά που είχαν ήδη συγκεντρωθεί και τον περίμεναν,
να παίξουν αμέσως την καμπάνα. Μαζεύτηκε τότε το χωριό, έκαναν δοξολογία στον Άγιο και τον δόξασαν για το θαύμα του.
Επισκόπηση Βαποριού με Ταξιδιώτες για Προσκύνημα στους Αγίους Τόπους
Την ίδια κιόλας μέρα της αναχώρησης του παππού μου Χατζηστερκώτη και της γιαγιάς μου Χατζητσικκίνας για το προσκύνημα τους στους Αγίους Τόπους, η μητέρα μου και τα άλλα αδέλφια της, έκαναν παράκληση στον Άγιο Γεώργιο. Του απηύθυναν ικεσία να επιβλέπει το καράβι με το οποίο ταξίδευαν και να προστατεύει τους γονείς τους και τους υπόλοιπους συνταξιδιώτες τους από κάθε κακό.
Σύμφωνα πάντα με τις αφηγήσεις της μακαρίτισσας της μητέρας μου, όταν η γιαγιά μου η Χατζητσικκίνα επέστρεψε από το «Χατζιάτο», εκτός από τα δώρα που έφερε σε όλα της τα παιδιά, τους ενημέρωσε και για το θαύμα του Αγίου Γεωργίου που είδε η ίδια να συντελείται. Ενώ προχωρούσε το πλοίο για τους Αγίους Τόπους είδε τον Άγιο, καβάλα στο άσπρο του άλογο να κάνει τον γύρο του «παμπορκού» τρεις φορές! Μετά την επισκόπηση του αυτή γύρω από το καράβι, τρεις μάλιστα φορές, ο Άγιος χάθηκε από μπροστά της. Την πληροφόρησαν τότε οι κόρες της ότι εκείνη την ώρα της έκαναν παράκληση στον Άγιο Γεώργιο και τον ικέτευσαν να τους προστατεύει σε όλο το ταξίδι τους, από κάθε κακό.
Ο Άγιος Ξαναβάζει στην Θέση της Καρρότσα με τις Μούλες που Είχε Ανατραπεί
Ήταν απόγευμα της δευτέρας μέρας του Νοέμβρη και ο λαμπρός εσπερινός, προς τιμήν του «Αγίου Γεωργίου του Σπόρου» βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη, με το πλήθος από τους άρτους, τις πίττες και τα κόλλυβα τοποθετημένα με τάξη μπροστά από το εικονοστάσι, στο εξωκκλησι του Αγίου, ενάμιση περίπου χιλιόμετρο στα βόρεια του Πραστειού. Η εκκλησία και το προαύλιο της ήταν γεμάτοι από Πραστίτες και ανθρώπους των γύρω χωριών, κυρίως γεωργούς που έτρεξαν να πάρουν την ευλογία του, πριν αρχίσουν και «επίσημα» των σιτηρών. Στους γύρω κάμπους αντηχούσαν οι μελωδικίες ψαλμωδίες των καλλίφωνων ιερέων και ψαλτάδων του Πραστειού.
Παρουσιάστηκε τότε μέσα στην εκκλησία ένας Περιστερονίτης, φορώντας ακόμα τα ρούχα τα ρούχα της δουλειάς του, εμφανώς συγκλονισμένος, άναψε το κερί του, προσκύνησε τον Άγιο και ζήτησε αμέσως τους επιτρόπους της εκκλησίας να τον περιλάβουν μεταξύ των εορταζόντων, υποσχόμενος ότι θα έφερνε τους απαραίτητους για την γιορτή άρτους, τα κόλλυβα και την μεγάλη πίττα ή πανιχίδα όπως λέγεται σε άλλα μέρη της Κύπρου. Ανακοίνωσε το θαύμα που είχε γίνει και του έσωσε τις μούλες του από σίγουρο θάνατο.
Ενώ προχωρούσαν οι μούλες τους για την Περιστερονοπηγή, σέρνοντας πίσω τους την καρρότσα, είδαν ξαφνικά μπροστά τους ένα αδέσποτο σκύλο, ξαφνιάστηκαν και με το τίναγμα τους έπεσε η καρρότσα σε παρακείμενο χαντάκι. Οι μούλες κρέμονταν τώρα στον αέρα, ζευγμένες στον ζυγό, με κίνδυνο να πεθάνουν από ασφυξία ανά πάσα στιγμή. Γνωρίζοντας ότι ήταν η παραμονή της εορτής του «Αγίου Γεωργίου του Σπόρου» και βλέποντας τα πλήθη του κόσμου έξω από την εκκλησία, προσευχήθηκε στον Άγιο Γεώργιο να του σώσει τις μούλες του, χωρίς τις οποίες δεν θα μπορούσε να εξασφαλίσει τα απαραίτητα εισοδήματα για την συντήρηση της οικογένειας του. Υποσχέθηκε στον Άγιο ότι θα του έκανε, ενόσω ζούσε, την γιορτή του, αρχής γενομένης από εκείνη κιόλας την ημέρα. Μόλις που πρόλαβε να ολοκληρώσει την ικεσία του και η καρρότσα ολόκληρη με τις μούλες της, βρέθηκε να κάθεται όρθια στον δρόμο, λες και ένα γιγάντιο χέρι την άρπαξε και την έβαλε στην θέση της.
Με το χάραμα της επομένης μέρας παρουσιάστηκε ο «συντοπίτης» εκείνος στην εκκλησία, όταν ο ιερέας και οι ψάλτες ετοιμάζονταν να αρχίσουν τον όρθρο. Με την βοήθεια της συζύγου και των παιδιών του μετέφερε στην εκκλησία τους πέντε άρτους, τα κόλλυβα και την πίττα που είχε υποσχεθεί το προηγούμενο απόγευμα ότι θα έπαιρνε. Έκπληκτοι οι επίτροποι τον ρώτησαν πως τα κατάφεραν τα μέλη της οικογένειας του να ζυμώσουν, να φουρνίσουν, να ψήσουν κόλλυβα, διεργασίες που κανονικά απαιτούν μία και δύο μέρες, και να τα φέρουν στην εκκλησία από το χάραμα. Ο άνθρωπος αυτός απάντησε πως είναι τόσο μεγάλη η ευγνωμοσύνη της οικογένειας του ολόκληρης προς τον Άγιος που έμειναν όλοι ξάγρυπνοι και εργάζονταν όλη την νύχτα για να ετοιμάσουν τα αρτοσκευάσματα και τα κόλλυβα που απαιτεί η γιορτή. Από τότε, οι Πραστίτες έβλεπαν κάθε χρόνο τον συγκεκριμένο κάτοικο της Περιστερώνας να έρχεται ως «γιορτάρης», με όλη του την οικογένεια, στον εσπερινό και την επομένη στην λαμπρή λειτουργία να τιμήσει τον Άγιο.
Το Παλληκάριν
Έστεκες σαν αρκάντζιελος στην μέσην της Πλαταίας
Τζιαί σαν το Άστρον της Πωρνής που φέγγει μες τον κάμπον.
Έστραφτεν το μεταξωτόν πουκάμισον που εχόρες,
Φάμμαν που τες αρφάες σου, στην βούχαν με μανιέραν,
Με τέγνην το εράφκασιν στο σιέριν με βελόνιν.
Έστρωννεν τόσον όμορφα πας την πλαθκειάν σου ράσιην,
Εσέν, πον διπλοκάπουλλη, ίσια με μιαν βουκάνην.
Τζι\' η ζώστρα η ολομέταξη, εις την λεγνήν σου κόξαν,
Με τα γρουσά της τα πλουμιά, τα κλώσια τα πολλά της,
Που εππέφταν πας την βράκαν σου, την προσιαστήν τζιαι μιάλην!
Σαν Διγενής εσήκωννες το μιάλον το διτζιήμιν,
Τζιαί το εκράες ξωσιερίς στα δυνατά σου σιέρκα,
Για ώραν πον εδύνετουν να το κρατεί κανένας
Τζι’ εσούνη να το παρπατάς να κόφκεις τόσην στράταν!
Εδίπλωννες με άνεσιν το λυγερόν κορμίν σου,
Τζιαί το εκάχισκες χαμαί, σαν όφκερην καντήλαν!
Το όμορφον, μεταξωτόν, πουκάμισον που εχόρες,
Ετσάκραν τζι\' εγινήσκετουν κορτίν- κορτίν τζιαι λύμαν.
Ούλλοι χωρούν, θαμμάζουν σε, τζι\' η κόρη που σ\' αγάπαν
Κάμνει στα στήχη τον σταυρόν τζιαί τον Θεόν δοξάζει.
Η μάνα τζιαι ο τζιύρης σου είχασιν για καμάριν
Την λεβεντιάν την ξώπρωτην τζιαι την παλληκαρκάν σου.
Ακόμα τζι\' οι αρφούες σου εσέν εν που παινεύκαν,
Ήσουν τιμή για την γενιάν τζιαι το χωρκόν σου ούλλον.
Αγλαντζιά, 28. 11. 2006