Στην ακριβή μνήμη της προσφιλέστατης αδελφής μου Σωτήρας Σάββα Πετράκη - Καλυμιαλάρη που αποδήμησε στο Μοντρεάλ του Καναδά, στις 14 Οκτωβρίου 2026. Ο εξόδιος ακολουθία θα τελεστεί από τον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Μόντρεαλ, την Τρίτη 20 Οκτωβρίου.

Όσοι επιθυμούν να τιμήσουν την μνήμη της και με μια εισφορά, αντί λουλουδιών, η οικογένεια της προτείνει όπως τα λεφτά κατατεθούν σε ταμεία των ελληνικών σχολείων «Σωκράτης» και «Δημοσθένης» στο Μοντρεάλ:

https://hcgm.org/in-lieu-of-flowers/


Καλεί τον Χάρο ο Θεός και εντολή του δίνει,
Να πάει σε φτωχόσπιτο με τα πολλά παιδάκια,
Όλα μικρά που καρτερούν, τον κύρη να τους φέρει,
Τον άρτο τους τον επιούσιο, το καθημερινό ψωμί τους,
Που το κερδίζει με τον μόχθο του και τον πολύ ιδρώτα,
Ως φαμελειάρης που τον νου τον έχει πάντα,
Στο σπίτι του το φτωχικό, και στα παιδιά του όλα,
Να μη τους λείψει απ’ το τραπέζι τους το βράδυ το φαί τους,
Ζεστό από την χάλκινη την χύτρα στην εστία.

Αρπάζει ο Χάρος την βαρειά, την τρομερή την σπάθα,
Κι από τα ύψη τ’ ουρανού και του Θεού τον θρόνο,
Κατηφορίζει γρήγορα και πάει για να φέρει,
Απ’ την πλατύστερνη την Γη, την καρποφόρα
που δίνει πλούσιους καρπούς, άμα η βροχή την βρέξει,
σαν το θελήσει ο Ουρανός και τους κρουνούς του ανοίξει.
Με τα νερά τα ίλαρα, και ο σπόρος της βλαστήσει,
Πούχει κρυμμένο μέσ’ στα σπλάχνα της, ριγμένο απ’ του ρεσπέρη,
Το άξιο το χέρι του, και με το σάρωθρο, γρήγορα το σκεπάσει,
που πεινασμένα καρτερούν στον κάμπο να τον φάνε,
τα πεινασμένα τα πουλιά, κι οι τζίτζικες ακόμα.

Βρίσκει ο Χάρος τον γονιό να κείτεται στο στρώμα,
Απ’ τον πολύ τον κάματο, αυτός να ξαποστάσει,
Και με καινούρια δύναμη να μπει και πάλι
Εις τον αγώνα της ζωής και τ’ αγαθά της να κερδίσει.

Σηκώνει πάνω το σπαθί, μα πριν το κατεβάσει,
Όλα εκείνα τα παιδιά τρέχουνε μαζεμένα
Στέκουν μπροστά του, τ’ αρπάζουνε, από τα πόδια το ένα,
Απ’ τον χιτώνα του τον πλουμιστό το δεύτερο πεδάκι,
Κι απ’ τον μανδύα του που κρέμεται με χάρη από τους ώμους,
Και όλα μαζί του κράζουνε με μια φωνή, ένα στόμα:
«Μη Χάροντα τον κύρη μας, μην μας τον πάρεις Χάρε,
Λυπήσου μας που θα πεθάνουμε όλα από την πείνα.
Η μάνα μας δεν το μπορεί, μ’ άλλο παιδί στα σπλάχνα,
Να βγει στους κάμπους στις αυλές και να ξενοδουλέψει»

Σπλαχνίστηκε ο Χάροντας, που άκουγε το κλάμα
Τα παρακάλια των παιδιών που ορφανά θα μέναν,
Στην πείνα και στην κακοριζικιά να παραδέρνουν,
Και με την χούφτα ανοιχτή να ζητιανεύουν,
Απ’ τους διαβάτες που περνούν, να λυπηθούνε,
Κι όσο μπορεί ο καθένας τους λίγο να ελεήσει.

Φτάνει ο Χάρος στον Θεό, σκύβει τον προσκυνάει,
Μπροστά στον θρόνο τον λαμπρό που από παντού αστράφτει,
Απ’ το χρυσάφι το πολύ κι απ’ τα μαργαριτάρια,
Και τ’ άλλα τα πολύτιμα, σμαράγδια και ρουμπίνια.

Βλέπει ο Θεός του Χάροντα τα χέρια του τα άδεια,
Και τον ρωτά για την ψυχή που πρόσταξε να φέρει.
Του λέει με πόνο ο Χάροντας ότι δεν το μπορούσε,
Σπλαχνίστηκε τ’ αλήλικα παιδιά να ορφανέψει.

Και κατεβαίνει ο Θεός, απ’ τον περικαλλή τον θρόνο,
Και ένα μπάτσο δυνατό δίνει ευτύς στον Χάρο,
Στην μια πλευρά της κεφαλής και ένα εις την άλλη,
Απ’ την πολλή την δύναμη το χέρι πούχε
το θεϊκό που με το ράπισμα εκείνο είχε κουφάνει
τον Χάροντα που δεν ακούει πια θρήνους και παρακάλια,
ούτε μπορεί να σπλαχνιστεί, κανένα κι αν το θέλει.
Όπου τον στείλει ο Θεός, κάποια ψυχή να πάρει,
Την προσταγή την εκτελεί και για φτωχούς κι αφέντες.

Βαλεντίνη Πετράκη- Αναστασίου,
Αγλαντζιά, 17 10 2026


(Το ποίημα αυτό είναι βασισμένο σε κυπριακό μύθο τον οποίο μου αφηγήθηκε η μητέρα μου Θεοφανώ Χατζηστερκώτη, που τον άκουσε από τον παππού της Χατζηγιώργη Χατζηστερκώτη. Στον πυρήνα του κρύβεται η έννοια της αθανασίας της ψυχής την οποία πραγματεύεται. Πότε αργά και πότε πρόωρα, όσο θλιβερό κι αν είναι ο έρχεται ο θάνατος ο οποίος σφραγίζει το οριστικό τέλος της κάθε ανθρώπινης ζωής).