Ανέμοι της Μεσαριάς
Στης Ρήγαινας τ’ Αυλοτόπια
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 3116
Φτωχέ Χριστέ,
Που μοίρασες τα πέντε σου ψωμιά
Και διαμέλισες τα δυο σου ψάρια,
Χόρτασες μ’ αυτά τα πλήθη
Και ζέστανες, τις παγωμένες τους ψυχές.
Εσύ, που τον χιτώνα σου,
Τον έπαιξαν στα ζάρια,
Όταν γυμνός κρεμόσουν στον σταυρό,
Θυμάμαι που είπες
Κάτω απ’ τον ίσκιο μιας ελιάς,
Πως για να γίνει βασιλιάς,
Δεν το χρειάζεται ο άνθρωπος το στέμμα.
Είπες, οδοιπόρε της αιωνιότητας,
Πως βασιλιάς είναι αυτός
Που από τα δυο του πουκάμισα,
Χάρισε το ένα,
Που μέτρησε την αγάπη
Με την προσφορά,
Που αγάπησε τον διπλανό
Ίσα με τον εαυτό του.
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 965
Στην πόρτα που άνοιξε για μένα,
Πριν την διαβώ, σε πρόταξα εσένα.
Μαζί κινήσαμε στο ίδιο καράβι,
Σαν φύγαμε από την Τροία,
Και πήραμε τους δρόμους της θάλασσας για την Σαλαμίνα.
Μα σαν τα βλέφαρα μου έκλεισαν
κι’ ακούμπησα στον τοίχο του καραβιού κεφάλι μου, να ξαποστάσω
Απ’ του κουπιού του βαρετού τον αδιάκοπο μόχθο,
Εσύ έπιασες το πρώτο λιμάνι, με έσυρες στην γη κάτω,
Και ξανατράβηξες μονάχος για το άγιο το νησί μας.
Μονάχος μου σε ξένο τόπο,
Αναζητούσα ξενία και την βρήκα.
Ξένοι και άγνωστοι μου άνοιξαν τις πόρτες των σπιτιών τους,
Σε μέγαρα και φτωχοκάλυβα μπήκα
Και όλοι με καλοδέχτηκαν,
«Ξένε» μου, έλεγαν, «προστάτης σου ο Μέγας Δίας,
Κάνε το σπίτι μας δικό σου,
Δίπλα σου θα είμαστε σε κάθε σου ανάγκη.
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 4453
Σου στέλλω χαιρετίσματα, με κάθε χελιδόνι,
Όπου την Άνοιξη περνά, σπαθίζει τον αέρα
και στον Βορρά βιαστικά, διαβαίνει κι αλαργεύει.
Κάθε γοργόφτερο πουλί, μηνύματα φορτώνω,
φιλιά και χαιρετίσματα, να ‘ρθει να σου τα φέρει.
Σου στέλλω χαιρετίσματα μα ‘συ δεν μ’ απαντάς.
Ποιο να ‘ναι το παράπονο που κρύβεις στην καρδιά;
Στείλε δυο λόγια γιόκα μου, δεν θέλω παραπάνω,
να μ’ απαλύνεις τον καημό που μέσα μου με σφάζει,
να ξέρω η δόλια ότι ζεις. Αυτό μόνο μου φτάνει.
Μ’ αν βρεις μολύβι και χαρτί και γράψεις παραπάνω,
πες μου, την μέρα που γυρνάς; Που πας και που διαβαίνεις;
Κι όταν βραδιάσει ο Θεός, ποια πόρτα σε προσμένει;
Τι μαγειρεύεις και δειπνάς, που στρώνεις και κοιμάσαι;
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 3326
Σου κούρσεψαν το σπίτι
Και σου πήραν την γη,
Σε ξερίζωσαν, στα βαθιά σου γεράματα.
Το μοιρολόι σου, σαν του Πριάμου
και σαν της Εκάβης μεγάλο κι ατέλειωτο.
Μα Εσύ, δεν μένεις γονατισμένος,
Πλάι στο συρματόπλεγμα να κλαις.
Πρόσφυγας στον τόπο σου,
Με την λευκάδα του χιονιού απλωμένη,
Στα μαλλιά και στα γένια σου,
Προχωράς,
Ξανά να πιάσουν οι ρίζες σου, σε τούτη την γη,
Που την τρέφει μονάχα η αγάπη σου,
Γέρικε, βαθύριζε ευκάλυπτε,
Της Μεσαορίας…
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 3528
(Αφιερωμένο με Αγάπη στον Ελληνισμό του Πόντου)
Σε μαλαματένια κασέλα κρυβόσου,
Πέρα από την άκρη του Πόντου,
Το Χρυσόμαλλο Δέρας σε φύλαγε
Από τα χιόνια και τον Βοριά.
Δεσμώτης στον Καύκασο,
Φωτοδότης Εσύ,
Θαμμένος στην Γη, σαν τον σπόρο του σιταριού,
Ξεπετάχτηκες, με την πρώτη ακτίνα του ήλιου!
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 2304
«Μηδείς θρηνείτο πενίαν»
(Αναστάσιμος Λόγος Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου)
Με το δοξάρι κατεβάζεις τους ανθούς
και ευωδιάζει η πόλη.
Για μια δραχμή, για δυο,
ανοίγεις την πόρτα του ουρανού,
με του λυράρη του Απόλλωνα την χάρη!
Και κατεβαίνουν Σεραφείμ και ψάλλουν
και ο πολύβουος, ο άχαρος ο δρόμος,
απ’ τις δικές σου μελωδίες,
γίνεται φως του κόσμου.
Μια μεταμόρφωση τριγύρω επέρχεται,
το άσχημο και το κακό,
πλάθεται πάλι ωραίο.
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 3389
Αρνήθηκαν να σκεπαστείς, με το λευκό σεντόνι,
Που ύφαναν στον αργαλειό, παρθένες της Φυλής σου.
Έφηβε της Καρπασίας!
Πήρες την άγουρη νιότη σου, σπαθί της Ρωμιοσύνης
Και άδραξες τον ήλιο, γιά νάρθει το ξημέρωμα,
Στη Γη που καρτερεί!
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 2293
Γλυκό αεράκι που μοσχοβολά
λεμονανθούς της Αμμοχώστου και της Μόρφου.
Χρυσά στάχυα της Μεσαριάς,
ψηλές βουνοκορφές στα πράσινα και στα μενεξεδιά.
Δαντελωτό ακρογιάλι ολόγυρα,
που σε φιλά νύχτα και μέρα,
ζεστό το κύμα της Μεσογείου.
Πανώρια Αφροδίτη, αισθαντική και παιγνιδιάρα,
ξεμυαλισμένη, σαγηνεύτρα.
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 3672
Με το φερνάτζι (1) στον σωρόν, το μάλαμα (2) ανεμίζουν,
Κι ο αέρας παίρνει τ’ άχυρα, ολόγυρα στον κάμπο.
Και δώσ’ του πάνε κι’ έρχονται αράδα ανεμιστάδες,
Ξυπόλυτοι πα’ στον σωρόν, κορμιά κυπαρισσένια
Και βράκες σαραντάπηχες στον κορνιαχτό ν’ ασπρίζουν.
Αντιλαλούν τα γέλια τους, ως του Πενταδακτύλου,
Τις αετίσιες τις κορφές, τις καστροφορεμένες,
Με τους Ακρίτες να θωρούν, την Μεσαρκάν να γλέπουν (3).
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 37765
Χτυπά η καμπάνα θλιβερά, και το χωριό ακούει!
Ποιος γέροντας να πέθανε και τον μοιρολογάει;
Γέρος κανείς δεν πέθανε, γέρος κανείς δεν πήγε,
δυο νιοι είναι που πέθαναν, δυο λιγνοκυπαρίσσια!
Αυγήν- αυγήν τους κρέμασαν, πριν τα πουλιά λαλήσουν
κι ο ουρανός τα άμετρα, τ’ αστέρια του τα σβήσει,
και ρίξει στην Ανατολή, για να ροδίσει, ρόδα.
Κρέμασαν τον Καραολή κι Ανδρέα Δημητρίου,
γιατί αγωνίστηκαν πολύ για την Ελευθερία,
της Κύπρου της πολύπαθης, της λατρεμένης γης μας.
Υποκατηγορίες
Σελίδα 6 από 8