(Αφιερώνω το ποίημα αυτό στον θείο μου Πετράκη Ν. Πετράκη, αδελφό του πατέρα μου, που είχε διακριθεί ως αθλητής στο διτζιήμιν. Το αφιερώνω επίσης στον Γιάννη Χατζηστερκώτη, αδελφό του παππού της μητέρας μου Χατζηγιώργη Χατζηστερκώτη, που είχε κι αυτός σπουδαία επίδοση στο διτζιήμιν).

Έστεκες σαν αρκάντζιελος στην μέσην της Πλαταίας
Τζιαί σαν το Άστρον της Πωρνής που φέγγει μες τον κάμπον.
Έστραφτεν το μεταξωτόν πουκάμισον που εχόρες,
Φάμμαν που τες αρφάες σου, στην βούχαν με μανιέραν,
Με τέγνην το εράφκασιν στο σιέριν με βελόνιν.
Έστρωννεν τόσον όμορφα πας την πλαθκειάν σου ράσιην,
Εσέν, πον διπλοκάπουλλη, ίσια με μιαν βουκάνην.
Τζι' η ζώστρα η ολομέταξη, εις την λεγνήν σου κόξαν,
Με τα γρουσά της τα πλουμιά, τα κλώσια τα πολλά της,
Που εππέφταν πας την βράκαν σου, την προσιαστήν τζιαι μιάλην!

(Αφιέρωμα στους Άστεγους της Οικουμένης)

Χιονίζει,
κι εσύ κοιμάσαι στον δρόμο.
Βρέχει ο Θεός
και πάνω από το κεφάλι σου,
σκεπή ο ουρανός.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το Πραστειό, όπως δηλώνει και μια από τις τοπικές παραδόσεις, οφείλει το όνομα του στην γειτνίαση του με την μεσαιωνική πόλη Σίγουρη, της οποίας θεωρήθηκε προάστειο. Όταν οι κάτοικοι της αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν ώστε να σωθούν από επιδρομές, σκορπίστηκαν στα γύρω χωριά και κάποιοι στο Πραστειό, τρία περίπου χιλιόμετρα βορειότερα της Σίγουρης.

Από τους αγίους, με εκκλησίες προς τιμή τους στην Σίγουρη, οι Πραστίτες αποφάσισαν να «φέρουν» στον νέο τους οικισμό τον Τροπαιοφόρο Άγιο Γεώργιο, επιλογή που δεν ξενίζει, δεδομένου ότι το Πραστειό, ως ένα κατ’ εξοχήν γεωργικό χωριό, στον μεγαλύτερο και γονιμότερο κάμπο της Κύπρου, ήθελε τον Άγιο Προστάτη της Γεωργίας. Του έκτισαν μεγαλόπρεπη εκκλησία, τον τιμούσαν με μεγάλη λαμπρότητα στις 23 Απριλίου και ζητούσαν την βοήθεια του για να διεκπεραιώσουν το τεράστιο, χρονοβόρο και κοπιώδες έργο του θερισμού με το δρεπάνι και τις υπόλοιπες διεργασίες, μέχρι που η ευλογημένη σοδειά να έπαιρνε την θέση της στον ασφαλή χώρο του «σέντε», της σιταποθήκης κάθε γεωργού.

Με το φερνάτζι (1)  στον  σωρόν, το μάλαμα (2) ανεμίζουν,
Κι ο αέρας παίρνει τ’ άχυρα, ολόγυρα στον κάμπο.
Και δώσ’ του πάνε κι’ έρχονται αράδα ανεμιστάδες,
Ξυπόλυτοι πα’ στον σωρόν, κορμιά κυπαρισσένια
Και βράκες σαραντάπηχες στον κορνιαχτό ν’ ασπρίζουν. 

Αντιλαλούν τα γέλια τους, ως του Πενταδακτύλου,
Τις αετίσιες τις κορφές, τις καστροφορεμένες,
Με τους Ακρίτες να θωρούν, την Μεσαρκάν  να γλέπουν (3).

Η αγάπη μας απέραντη
σαν τον πλατύ τον κάμπο
της Μεσαορίας.

Τα όνειρα μας
μεστωμένα
σαν στάχυα του Μάη.

Βραδυάζει και όπου νάναι θα σημάνουν οι καμπάνες της Ανάστασης.
Κι εγώ στη γραμμή από το χάραμα, περιμένω να δρασκελίσω τ’ οδόφραγμα,
χωρίς προσφάι, λίγο μόνο ψωμί και νερό,
η τελευταία ημέρα των νηστειών…

Κάνω το σταυρό μου, σαν να μπαίνω σε εκκλησιά,
την ώρα που περνώ την Πράσινη Γραμμή.
Λήδρα, σαράντα χρόνια να σε δω,
μην είναι όνειρο ή ειν’ αλήθεια ότι διαβαίνω τώρα τους δρόμους σου,
κι από παντού χέρια ανυψωμένα
και χαιρετούν «καλωσορίσατε», χόσκελτιν…

Το κλάμα σου το γοερό,
που βγαίνει μέσα από τα βομβαρδισμένα ερείπια,
παιδί της Παλαιστίνης καμένο,
το πήρε ο άνεμος
και το ταξίδεψε στα φτερά του.
Κι ο άνεμος,
αλλιώς επήγε κι είπε,
πως ήσουν κι εσύ
και τα άλλα παιδιά στο καταφύγιο,
ασπίδα στους τρομοκράτες.

Η κυρία με το πλατύ χαμόγελο
και τα λευκά μαργαριτάρια στο λαιμό*,
δεν ξέρει από παιδικά κλάματα.
«Είναι νωρίς», δηλώνει,
«να σταματήσει ο πόλεμος,
θα απειληθούν ξανά, οι πολίτες του Ισραήλ»…

Oct 11, 2009

OLD NICOSIA General Hospital should not be demolished, it should be preserved as a monument honouring the thousands of nurses, doctors and other health professionals who offered their services to the sick with devotion, kindness and diligence, within this building, as well as all those who received such services.

(Αφιέρωμα στους Αγνοούμενους της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, το 1974)

Έκοψες το ψωμί το ζεστό που μόλις είχα βγάλει από τον φούρνο,
Πήρες ένα κομμάτι και το δάγκωσες, δεν είχες μπουκώσει* ακόμα.
«Τι γλυκό το ψωμί σου, μάνα», μου είπες
Και έκανες κατά το κάγκελο του σπιτιού μας.
Άφησα κάτω το φουρνόφτυαρο κι ας ήταν γεμάτος ο φούρνος ψωμιά.
Έτρεξα πίσω σου και σε πρόλαβα, εκεί στο κάγκελο
Και σε φύλησα ξανά.
Εσύ έφυγες, κι εγώ, εκεί στο κάγκελο,
Να σε κοιτώ που δάγκωνες το ζεστό ψωμί,
Σαν προχωρούσες με μεγάλες δρασκελιές.
Σε είδα που άνοιξες την πόρτα του λεωφορείου,
Στην άκρη του δρόμου,
Εκεί στην πλαταιΐτσα της γειτονιάς μας.
Στο λεωφορείο που σε περίμενε.
Σε περίμενε, ένα λεωφορείο γεμάτο νέα παιδιά,
Τα παιδιά της γειτονιάς μας,
Τα παιδιά του χωριού μας.
Με ένα μουγκρητό ξεκίνησε το λεωφορείο,
Θα πηγαίνατε στην Κερύνεια, εκείνο το πρωί του Αλωνάρη,
Ανήμερα του Προφήτη Ηλία,
Μου είχες πει.
Σου έγνεψα με το χέρι μου και σου είπα,
«Στο καλό παιδί μου!»
Ανταπέδωσες τον χαιρετισμό μου,
Από το παράθυρο του λεωφορείου,
Μου κούνησες το χέρι, με το κομμάτι το ψωμί στην χούφτα…

-Φίλε Αχμέτ,
Έλα κι εσύ στον καφενέ,
Να πιούμε κόκκινο κρασί
Της Πιτσιλιάς
Και μέσα στο μεθύσι το θολό,
Να τραγουδήσουμε στην γλώσσα του καθένας,
Τραγούδια της πατρίδας μας.

Ξέχασε Αχμέτ
τον γιο τον σκοτωμένο,
παίζει κρυφτό στ’ αλώνια του χωριού μας,
μαζί με τον Αντρέα,
παιδί της πρώτης μου νιότης.