(Αφιέρωμα στον Έλληνα Δάσκαλο της Διασποράς)

Είσαι εσύ Φως, «επί την λυχνίαν»
Που φέγγει τριγύρω, ανέσπερον.
Στο απέραντο πέλαγος, πολιτειών μακρινών,
Μεγάλα καράβια τσακίζονται στην τραμουντάνα,
Τα βυθίζει η θαλασσοταραχή.
Μα τα μικρά τρεχαντήρια κι οι σκούνες,
Που φτάνουν από τον Νοτιά,
Βρίσκουν απάνεμη γωνιά, κι αράζουν όμορφα,
Γιατί είσαι εσύ Φάρος,
Που σκορπά τα σκοτάδια.

(«Ει τις θέλει πρώτος είναι, έσται πάντων έσχατος,
και πάντων διάκονος» Κατά Μάρκον, θ’ 35).

Μη με σκοτώνεις, γιε του Πηλέα ένδοξε,
με μάνα σου την Θέτιδα, την κοσμοξακουσμένη,
και της γενιάς σου ρίζα δυνατή, ο τρισμεγάλος Δίας!
Ελέα με, τι είμαι παιδί, στην όμορφη μου νιότη,
Κανένα εγώ δεν έβλαψα, ποτέ εις την ζωή μου.
Με καρτερά η μάνα μου κι ο κύρης να γυρίσω,
γέρος σοφός, ο Πρίαμος, κι η φρόνιμη Εκάβη,
εις τα βαθιά τους γηρατειά να μ’ έχουν αποκούμπι,
Αφού εσύ θανάτωσες πολλά απ’ τα παιδιά τους.
Μη μου τρυπήσεις γοργοπόδαρε, με το χαλκό κοντάρι
τα σπλάχνα και στου Άδη στείλεις με τα μουχλιασμένα κάστρα.
Λυπήσου την γυναίκα μου, τ’ αγέννητο παιδί μου,
Σπλαχνίσου μας λιοντόκαρδε και δείξε καλοσύνη,
Τι γέμισες τον Σκάμανδρο κουφάρια από νέους
Και τα θολά του τα νερά κοκκίνισες με γαίμα.
Την περισσή την δύναμη που σούβαλε ο Δίας,
Στα χέρια και στα πόδια σου, ο νεφελοστοιβάχτης,
Μην το θαρρείς σ’ την έδωσε εσύ για να σκοτώνεις,
Με το βαρύ το χέρι σου, το δίστομο σπαθί σου,
Που το σηκώνεις δίχως έλεος σε κεφαλές και σπλάχνα
Νέων ανδρών που έστειλε η δοξασμένη Τροία,
Γλυκιά πατρίδα μας εμάς, που εσείς ήρθατε ξένοι,
Και να πατήσετε ζητάς τα υψηλά της κάστρα.

Είσαι τριαντάφυλλο ακριβό
που τώρα λείπει.

Είσαι τ’ αρνί στη μάντρα μου,
το πρώτο
και τώρα,
το κοπάδι ολάκερο ορφανό,
σαν τραβά στη βοσκή
κι Εσύ να λείπεις.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το Πραστειό, όπως δηλώνει και μια από τις τοπικές παραδόσεις, οφείλει το όνομα του στην γειτνίαση του με την μεσαιωνική πόλη Σίγουρη, της οποίας θεωρήθηκε προάστειο. Όταν οι κάτοικοι της αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν ώστε να σωθούν από επιδρομές, σκορπίστηκαν στα γύρω χωριά και κάποιοι στο Πραστειό, τρία περίπου χιλιόμετρα βορειότερα της Σίγουρης.

Από τους αγίους, με εκκλησίες προς τιμή τους στην Σίγουρη, οι Πραστίτες αποφάσισαν να «φέρουν» στον νέο τους οικισμό τον Τροπαιοφόρο Άγιο Γεώργιο, επιλογή που δεν ξενίζει, δεδομένου ότι το Πραστειό, ως ένα κατ’ εξοχήν γεωργικό χωριό, στον μεγαλύτερο και γονιμότερο κάμπο της Κύπρου, ήθελε τον Άγιο Προστάτη της Γεωργίας. Του έκτισαν μεγαλόπρεπη εκκλησία, τον τιμούσαν με μεγάλη λαμπρότητα στις 23 Απριλίου και ζητούσαν την βοήθεια του για να διεκπεραιώσουν το τεράστιο, χρονοβόρο και κοπιώδες έργο του θερισμού με το δρεπάνι και τις υπόλοιπες διεργασίες, μέχρι που η ευλογημένη σοδειά να έπαιρνε την θέση της στον ασφαλή χώρο του «σέντε», της σιταποθήκης κάθε γεωργού.

Στο χειμερινό ανάκτορο των τσάρων στην Αγία Πετρούπολη

Ο τάφος του Αλέξανδρου Νιέφσκι φιλοξενείται στην Αίθουσα Συναυλιών του Χειμερινού Ανακτόρου των τσάρων στην Αγία Πετρούπολη (Doprovolsky, 2007,  σελ. 42- 43). Η αίθουσα αυτή είναι εξ ολοκλήρου σε λευκό χρώμα. Οι κίονες, τα κορινθιακά κιονόκρανα, τα γλυπτά, είναι όλα από κατάλευκο μάρμαρο που δημιουργεί την αίσθηση ενός αγνού μεγαλείου! Παραπέμπει προφανώς στην προσωπικότητα του Αλέξανδρου Νιέφσκι, ο τάφος του οποίου φιλοξενείται σε αυτή την μεγαλόπρεπη και όμορφη αίθουσα.

(Αφιερώνω το ποίημα μου αυτό στον άγνωστο νεκρό της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974, που πέθανε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, μέσα στα χέρια μου) 

Με τι δάκρυα να σε κλάψω παλικάρι μου, 
Που τα μάτια κι η καρδιά μου στέγνωσαν, 
Από τον πόνο και τον καημό! 

(Αφιερωμένο σε όλους τους γονείς που έφυγαν από αυτό τον κόσμο αναμένοντας τον γυρισμό του ξενιτεμένου παιδιού τους)
Μην αργείς να γυρίσεις χελιδόνι μου,
άνοιξε τα φτερά σου,
και πέτα γοργά με τον άνεμο,
ναρθείς κοντά μου που καρτερώ
νύχτα και μέρα τον γυρισμό σου.

Σου φύλαξα ροδόσταγμα
ανθέ μου να νιφτείς,
γλυκό του κυδωνιού να σε κεράσω.
Γύρνα στην αγκαλιά μου,
πουλί ξενιτεμένο μου.

(Στίχοι 134-144 από την Ραψωδία λ, σε Ελεύθερη Μετάφραση)


134 Σαν τους σκοτώσεις με χαλκό που κόβει, τροχισμένος,
Είτε με δόλο την ψυχή, εσύ τους αφαιρέσεις,
Είτε και ολοφάνερα τους στείλεις εις τον Άδη,
Πάρε στο χέρι σου κουπί, ένα να του αρμόζει,

Βάλε Αχιλλέα
Το  λαμπρό σου σπαθί στο θηκάρι του,
Λεβέντης εσύ
Κι ο Έκτορας όχι λιγότερο
Και των δυο η ζωή το ίδιο πολύτιμη,
Στις μάνες που σας γέννησαν
Γιοι ακριβοί.

Τα κονταροκτηπήματα,
Τους  σκοτωμούς αφήστε.
Καμιά Ελένης η ομορφιά και η τιμή,
Δεν είναι πιότερο ακριβή
Από τη νιότη σας
Και τη ζωή,
Στο γοργοτάξιδο του χρόνου διάβα,
Μοναδική...

(Αφιερώνω το ποίημα αυτό στον θείο μου Πετράκη Ν. Πετράκη, αδελφό του πατέρα μου, που είχε διακριθεί ως αθλητής στο διτζιήμιν. Το αφιερώνω επίσης στον Γιάννη Χατζηστερκώτη, αδελφό του παππού της μητέρας μου Χατζηγιώργη Χατζηστερκώτη, που είχε κι αυτός σπουδαία επίδοση στο διτζιήμιν).

Έστεκες σαν αρκάντζιελος στην μέσην της Πλαταίας
Τζιαί σαν το Άστρον της Πωρνής που φέγγει μες τον κάμπον.
Έστραφτεν το μεταξωτόν πουκάμισον που εχόρες,
Φάμμαν που τες αρφάες σου, στην βούχαν με μανιέραν,
Με τέγνην το εράφκασιν στο σιέριν με βελόνιν.
Έστρωννεν τόσον όμορφα πας την πλαθκειάν σου ράσιην,
Εσέν, πον διπλοκάπουλλη, ίσια με μιαν βουκάνην.
Τζι' η ζώστρα η ολομέταξη, εις την λεγνήν σου κόξαν,
Με τα γρουσά της τα πλουμιά, τα κλώσια τα πολλά της,
Που εππέφταν πας την βράκαν σου, την προσιαστήν τζιαι μιάλην!