(Αφιέρωμα στους Αγνοούμενους της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, το 1974)

Έκοψες το ψωμί το ζεστό που μόλις είχα βγάλει από τον φούρνο,
Πήρες ένα κομμάτι και το δάγκωσες, δεν είχες μπουκώσει* ακόμα.
«Τι γλυκό το ψωμί σου, μάνα», μου είπες
Και έκανες κατά το κάγκελο του σπιτιού μας.
Άφησα κάτω το φουρνόφτυαρο κι ας ήταν γεμάτος ο φούρνος ψωμιά.
Έτρεξα πίσω σου και σε πρόλαβα, εκεί στο κάγκελο
Και σε φύλησα ξανά.
Εσύ έφυγες, κι εγώ, εκεί στο κάγκελο,
Να σε κοιτώ που δάγκωνες το ζεστό ψωμί,
Σαν προχωρούσες με μεγάλες δρασκελιές.
Σε είδα που άνοιξες την πόρτα του λεωφορείου,
Στην άκρη του δρόμου,
Εκεί στην πλαταιΐτσα της γειτονιάς μας.
Στο λεωφορείο που σε περίμενε.
Σε περίμενε, ένα λεωφορείο γεμάτο νέα παιδιά,
Τα παιδιά της γειτονιάς μας,
Τα παιδιά του χωριού μας.
Με ένα μουγκρητό ξεκίνησε το λεωφορείο,
Θα πηγαίνατε στην Κερύνεια, εκείνο το πρωί του Αλωνάρη,
Ανήμερα του Προφήτη Ηλία,
Μου είχες πει.
Σου έγνεψα με το χέρι μου και σου είπα,
«Στο καλό παιδί μου!»
Ανταπέδωσες τον χαιρετισμό μου,
Από το παράθυρο του λεωφορείου,
Μου κούνησες το χέρι, με το κομμάτι το ψωμί στην χούφτα…

(Αφιέρωμα στον Τάσο)


Όπως ανέμελα, παιδούλα περπατούσα,
συνάντησαν τα μάτια μου,
την γαλανή θωριά των αμματιών σου.
Χαμήλωσα τα μάτια μου,
δεν άντεχαν την λάμψη της ματιάς σου.

Όταν πεθάνω βγάλτε μου το μνήμα μου μεγάλον,
να με χωρά να στέκομαι, να μπόρω να ξαπλώνω.
Εις τον Βορράν και Γέννησιν, αφήστε παραθύριν,
για να θωρώ την Μεσαριάν, που χάραμαν ως δείλις.
Επάνω από το μνήμα μου, μην κάμετε κιβούριν,
ούτε λουλούδια θέλω ‘γω και κρίνα ανθισμένα,
μόνο να μου φυτεύετε σιτάρι κάθε Νιόβρη.
Να το θωρώ που θα βλαστά και που θα μεγαλώνει
και με τον Μάρτη τον καλό, τα στάχυα όταν γεμίζουν,
θα χαίρετ’ η ψυχούλα μου και θα αναγαλλιάζει.


Κι όταν στου Πλάστη θα βρεθώ εγώ μπροστά στο θρόνο,
θα πέσω εις τα πόδια του και θα του τα φιλήσω
και θα του πω να μην ξεχνά, να βρέχει κάθε χρόνον
στη Μεσαριά νερά πολλά, να πίνει να χορτάνει.
Και στα βουνά του Μαχαιρά να βρέχει, να χιονίζει,
να κατεβαίνει ο Πηδιάς γεμάτος κάθε χρόνον,ζώνη διαμαντοσόλιστη, στη μέση να τη ζώνει.

Αγαπημένε μας Δημήτρη,

Στέκομαι, με σεβασμό και μεγάλη συγκίνηση, μπροστά στο λεβέντικο κορμί σου, άψυχο τώρα μέσα στο νεκροκρέβατο και υποκλίνομαι ταπεινά στα πάθη σου, στο εξαίρετο ήθος σου και στον ηρωισμό σου. Υποκλίνομαι στον ήρωα του Πενταδακτύλου.

Μια γλάστρα με βασιλικό,
σε τούτη εδώ τη χώρα,
με τα ψηλά τα σπίτια της,
τους παγωμένους δρόμους!
Τι θέλει εδώ και τι γυρεύει;

Ξενιτεμένη μοιάζει
και προσπαθεί,
να ζεσταθεί απ’ τα χνώτα,
εκείνων π’ άφησαν μιαν άλλη γη,
πιο φωτεινή και γαλανή.

(Αφιέρωμα τιμής στους Κύπριους που σε στιγμές κρίσιμες για τον Ελληνισμό, άφησαν το άροτρο και το δρεπάνι και έτρεξαν να συμμετάσχουν στους αγώνες για την σωτηρία του Έθνους)

Ούλλοι οι κλέφτες σσιύφκουσιν τζιαι οι καπεταναίοι
Τζιαι του φιλούν σεβάσμια το άγιον του σιέριν.
Μα έναν μισοκόπελλον, ψηλόν σαν τζιυπαρίσσιν,
Κατσαρομάλλιν, όμορφον, μανιέρα του το φέσιν,
Που ‘σιει ζαβά στην τζιεφαλήν, πρεπός1 εις την νεότην,
Εν του φιλά το σιέριν του, του γέρου του Δεσπότη.
Μόνον του τζιείνον σιαιρετά, ίσιον, καπαρτισμένον,
που κα’ στο σσιος του πλατανιού, πουν ούλλοι συναμένοι
τζιαι σάζει τ’ αλαβρόν σπαθίν, εις την λεγνήν του κόξαν,
με ζώστραν γρουσοκλώσιαστην, που πα’ στην μαύρην βράκαν,
γελέκκιν ολοκέντητον, ποΐνες τομαρένες,
να τρίζουν οι προκκούες τους, ν’ ακούουν οι κορούες.
Μαλλώννει του ο τζιύρης του, θυμώννει του ο κλέφτης:

(«Ει τις θέλει πρώτος είναι, έσται πάντων έσχατος,
και πάντων διάκονος» Κατά Μάρκον, θ’ 35).

Μη με σκοτώνεις, γιε του Πηλέα ένδοξε,
με μάνα σου την Θέτιδα, την κοσμοξακουσμένη,
και της γενιάς σου ρίζα δυνατή, ο τρισμεγάλος Δίας!
Ελέα με, τι είμαι παιδί, στην όμορφη μου νιότη,
Κανένα εγώ δεν έβλαψα, ποτέ εις την ζωή μου.
Με καρτερά η μάνα μου κι ο κύρης να γυρίσω,
γέρος σοφός, ο Πρίαμος, κι η φρόνιμη Εκάβη,
εις τα βαθιά τους γηρατειά να μ’ έχουν αποκούμπι,
Αφού εσύ θανάτωσες πολλά απ’ τα παιδιά τους.
Μη μου τρυπήσεις γοργοπόδαρε, με το χαλκό κοντάρι
τα σπλάχνα και στου Άδη στείλεις με τα μουχλιασμένα κάστρα.
Λυπήσου την γυναίκα μου, τ’ αγέννητο παιδί μου,
Σπλαχνίσου μας λιοντόκαρδε και δείξε καλοσύνη,
Τι γέμισες τον Σκάμανδρο κουφάρια από νέους
Και τα θολά του τα νερά κοκκίνισες με γαίμα.
Την περισσή την δύναμη που σούβαλε ο Δίας,
Στα χέρια και στα πόδια σου, ο νεφελοστοιβάχτης,
Μην το θαρρείς σ’ την έδωσε εσύ για να σκοτώνεις,
Με το βαρύ το χέρι σου, το δίστομο σπαθί σου,
Που το σηκώνεις δίχως έλεος σε κεφαλές και σπλάχνα
Νέων ανδρών που έστειλε η δοξασμένη Τροία,
Γλυκιά πατρίδα μας εμάς, που εσείς ήρθατε ξένοι,
Και να πατήσετε ζητάς τα υψηλά της κάστρα.

(Αφιερωμένο στον Ηρωομάρτυρα Τάσο Ισαάκ)

Εκεί στη νεκρή ζώνη, της μοιρασμένης πατρίδας,
έριξες λίπασμα το κορμί σου και το αίμα.

Μετά από αρκετό δισταγμό πείσθηκε τελικά η Ειρήνη και έμεινε να πάρουμε μαζί το αναστάσιμο γεύμα μας. Είχε φέρει άφθονα, καλομαγειρεμένα φαγητά, αποδεικνύοντας και το χάρισμα της στην μαγειρική. Έφερε λοιπόν αρνί κλέφτικο, με πατάτες και ολόσωστα κρεμμύδια τυλιγμένα μαζί με το αρνί. Ως συνοδευτικά έφερε επίσης λαχανικά που ήταν κολοκύθα λαχανικό ήταν το σπανάκι με το αυγά. Το μόνο που έβαλα εγώ ήταν το γιαούρτι που μου το είχε φέρει κι αυτό η Ειρήνη την προηγούμενη μέρα, μαζί με τα υπόλοιπα ψώνια.

Ενώ τρώγαμε μιλούσαμε για διάφορα θέματα. Είπα στην Ειρήνη για το πόσο πολύ απόλαυσα όλες τις λειτουργίες της Αγίας Εβδομάδας, με αποκορύφωμα την θεία λειτουργία του Όρθρου της Αναστάσεως και τον Εσπερινό της Αγάπης, από το ιερό ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι της Κωνσταντινουπόλεως. Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος, ντυμένος την λαμπρή του στολή, όρθιος στον θρόνο του να ψάλλει και να του απαντά από απέναντι ο αριστερός ψάλτης με μια βαριά, βαρύτονη φωνή γεμάτη μελωδικότητα και κάλλος. Τον συνόδευαν δύο ισοκράτες που αναδείκνυαν ακόμα περισσότερο την δική του μοναδική φωνή. Μου θύμισε τον μακαριστό Ανδρέα Πακούλα, τον δεξιό ψάλτη του Πραστειού με την αξεπέραστη βαρύτονη φωνή του. Χωρίς μικρόφωνο πλημμύριζε τον περικαλλή ναό του Αγίου Γεωργίου μας, με την μελωδικότητα και τον ενθουσιασμό με τον οποίο έψαλλε τους αναστάσιμους ύμνους. Η απόδοση των ύμνων αυτών από τον μακαριστό Πακούλα ήταν μεγαλειώδης.

(Αφιέρωμα στον Έλληνα Δάσκαλο της Διασποράς)

Είσαι εσύ Φως, «επί την λυχνίαν»
Που φέγγει τριγύρω, ανέσπερον.
Στο απέραντο πέλαγος, πολιτειών μακρινών,
Μεγάλα καράβια τσακίζονται στην τραμουντάνα,
Τα βυθίζει η θαλασσοταραχή.
Μα τα μικρά τρεχαντήρια κι οι σκούνες,
Που φτάνουν από τον Νοτιά,
Βρίσκουν απάνεμη γωνιά, κι αράζουν όμορφα,
Γιατί είσαι εσύ Φάρος,
Που σκορπά τα σκοτάδια.