(Στίχοι 134-144 από την Ραψωδία λ, σε Ελεύθερη Μετάφραση)


134 Σαν τους σκοτώσεις με χαλκό που κόβει, τροχισμένος,
Είτε με δόλο την ψυχή, εσύ τους αφαιρέσεις,
Είτε και ολοφάνερα τους στείλεις εις τον Άδη,
Πάρε στο χέρι σου κουπί, ένα να του αρμόζει,

Ακρίτα Διγενή άφθαρτε, με τα πολλά τα ρούχα,
άφησες στης Ρήγαινας το κάστρο, το σπαθί και το κοντάρι,
σαν έφευγες πωρνό- πωρνό, από την κλίνη την δική της.
Άφησες στο στόμα το φιλί της και πας σε ξένα μέρη,
να βρεις εκείνους που μίσεψαν με σκοτεινά καράβια.

Παίρνεις στο ένα χέρι το βιολί, στο άλλο το δευτέρι
και στον δεξί τον ώμο σου, την βούρκα σου κρεμάεις
που με αγάπη γέμισε, της Ρήγαινας το χέρι.

Σημαντικό έργο για το Πραστειό Μεσαορίας είναι το βιβλίο του πεθερού μου Λούκα Αναστάση, πρώην Προέδρου της κοινότητας του Πραστειού. Εξίσου σημαντικές υπήρξαν για μένα και οι γραπτές μαρτυρίας της μητέρας μου Θεοφανούς Χατζηστερκώτη.  Πολλές πληροφορίες για το Πραστειό βρήκα, μέσα από τις εφημερίδες της εποχής οι οποιες βρίσκονται στο αρχείο του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών, ειδικά για τον αθλητισμό, ένα τομέα όπου το Πραστειό διατηρούσε μια λαμπρή παράδοση.

 

(Αφιερώνω το ποίημα μου αυτό στον Χαράλαμπο Κουμή που τόλμησε τον Γυρισμό. Το αφιερώνω επίσης σε όλο τον Απόδημο Ελληνισμό και ιδιαίτερα στους Κύπριους που γύρισαν στην πατρίδα και τους έδιωξε ξανά ο τουρκικός Αττίλας με την Εισβολή, το Καλοκαίρι του 1974…)


Χελιδόνι,
που σε νανούρισε στο Βόρειο Σέλας,
γλυκό τραγούδι γυρισμού.
Εσύ, που χόρεψες στον πάγο,
με τα φλαμίνγκο και τους πιγκουίνους
χορούς τρελούς λαχταριστούς,
όταν μακρύναν τα φτερά σου,
τ’ άνοιξες για τον Νοτιά,
καημός αγιάτρευτος της μάνας,
του κύρη πόθος του κρυφός.

Στέκεις ολόρθος, Διάκο εσύ,
κι αγέρωχα κοιτάζεις,
τα κορφοβούνια γύρω σου,
και τα θολά ποτάμια,
με τα μαλλιά κυματιστά,
στους ώμους σου ριγμένα,
να δέρνει τ’ απριλιάτικο,
το δροσερό αεράκι!

Διάκο,
η Πόλη, τ’ Αϊβαλί, η Σαλαμίνα της Κύπρου,
τ’ αδιέξοδα της Φυλής,
συνάχτηκαν όλα στο δεξί σου χέρι,
με το μοιρασμένο σπαθί…
Άδεια η λιγνή σου κόξα,
από άρματα κι από βόλι… 

(Αφιέρωμα στην Κέρκυρα και σ' όλα τα απόδημα παιδιά της)

Που πήγε το φεγγάρι και κρύφτηκε,
Που είναι τα μύρια άστρα να κεντούν
Το βαθύ ατλάζι του ουρανού;
Μη κι έχει πέσει στα στήθια  μου ο ουρανός
Γι’ αυτό με σφίγγει και με πλακώνει;

(Αφιερωμένο στον Ηρωομάρτυρα Τάσο Ισαάκ)

Εκεί στη νεκρή ζώνη, της μοιρασμένης πατρίδας,
έριξες λίπασμα το κορμί σου και το αίμα.

-Φίλε Αχμέτ,
Έλα κι εσύ στον καφενέ,
Να πιούμε κόκκινο κρασί
Της Πιτσιλιάς
Και μέσα στο μεθύσι το θολό,
Να τραγουδήσουμε στην γλώσσα του καθένας,
Τραγούδια της πατρίδας μας.

Ξέχασε Αχμέτ
τον γιο τον σκοτωμένο,
παίζει κρυφτό στ’ αλώνια του χωριού μας,
μαζί με τον Αντρέα,
παιδί της πρώτης μου νιότης.

(Αφιέρωμα τιμής στους Ελλαδίτες αγνοούμενους αξιωματικούς και στρατιώτες, που πολέμησαν με ανδρεία και θυσίασαν την ζωή τους για την Ελευθερία της Κύπρου, στην διάρκεια της Τουρκικής εισβολής). 

Με σφαίρα εις το γόνατο κι από μια λίμνη αίμα,
σ’ αρπάζει ο Πικροχάροντας, στην πιο όμορφη σου νιότη,
με το κακό το χέρι του, το φονικό δρεπάνι. 

Στην μικρή κοινωνία του Πραστειού Μεσαορίας των περασμένων αιώνων, όπως συνέβαινε και στις υπόλοιπες κοινωνίες της Κύπρου, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις και οι λαϊκές δοξασίες διατηρούσαν κεντρική θέση στη καθημερινότητα των ανθρώπων ενώ αποκτούσαν ιδιαίτερη σημασία σε γιορτές και σημαντικές κοινωνικές εκδηλώσεις. Στις ιστορίες που καταγράφονται από την εποχή, τα γεγονότα αναμιγνύονται με μυστικισμό για να έχουμε σήμερα αφηγήσεις όπου ο θρύλος στέκεται χέρι-με-χέρι με την ιστορία και τις παραδόσεις του τόπου. Τα θαύματα των αγίων είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Διαβάστε στην συνέχεια αφηγήσεις που συνέλεξα από Πραστίτες για θαύματα του Άγιου Γεωργίου, αρχικά εκείνα που απεικονίζονται στην εικόνα του και στην συνέχεια θαύματα σε Πραστίτες καθώς και σε ένα Περιστερωνίτη.