Εκφράζω τις ειλικρινείς ευχαριστίες μου και την βαθιά μου ευγνωμοσύνη σε όλους όσους με στήριξαν με οποιονδήποτε τρόπο στην διάρκεια της μακράς πορείας μου για την συγγραφή αυτού του βιβλίου. Ιδιαίτερη ευγνωμοσύνη εκφράζω στον εξάδελφο μου Χρήστο Χατζηστερκώτη ο οποίος, με κάθε ευκαιρία, με ενεθάρρυνε να ολοκληρώσω και να εκδώσω αυτό μου το έργο. Εξίσου θερμές ευχαριστίες χρωστώ στην φίλη μου Ειρήνη Χατζηλοΐζου για την σημαντική στήριξη που μου πρόσφερε με την ενθάρρυνση της να ολοκληρώσω αυτό το έργο αλλά και με την εντόπιση νέων ατόμων για συμμετοχή στην έρευνα μου. Ευχαριστώ επίσης θερμά όλους όσους είχαν συμμετάσχει στην έρευνα και έδωσαν στοιχεία. Χωρίς την δική τους σημαντική συμβολή η ερευνητική αυτή εργασία δεν θα ολοκληρωνόταν. Ευχαριστώ επίσης θερμά όσους διάβασαν μέρος ή ολόκληρο το κείμενο του κείμενο του βιβλίου μου αυτού και μου έκαναν εποικοδομητικές παρατηρήσεις και εισηγήσεις.

Ακρίτα Διγενή άφθαρτε, με τα πολλά τα ρούχα,
άφησες στης Ρήγαινας το κάστρο, το σπαθί και το κοντάρι,
σαν έφευγες πωρνό- πωρνό, από την κλίνη την δική της.
Άφησες στο στόμα το φιλί της και πας σε ξένα μέρη,
να βρεις εκείνους που μίσεψαν με σκοτεινά καράβια.

Παίρνεις στο ένα χέρι το βιολί, στο άλλο το δευτέρι
και στον δεξί τον ώμο σου, την βούρκα σου κρεμάεις
που με αγάπη γέμισε, της Ρήγαινας το χέρι.

(Αφιερώνω το ποίημα μου αυτό στον άγνωστο νεκρό της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974, που πέθανε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, μέσα στα χέρια μου) 

Με τι δάκρυα να σε κλάψω παλικάρι μου, 
Που τα μάτια κι η καρδιά μου στέγνωσαν, 
Από τον πόνο και τον καημό! 

(Αφιέρωμα στον Έλληνα Δάσκαλο της Διασποράς)

Είσαι εσύ Φως, «επί την λυχνίαν»
Που φέγγει τριγύρω, ανέσπερον.
Στο απέραντο πέλαγος, πολιτειών μακρινών,
Μεγάλα καράβια τσακίζονται στην τραμουντάνα,
Τα βυθίζει η θαλασσοταραχή.
Μα τα μικρά τρεχαντήρια κι οι σκούνες,
Που φτάνουν από τον Νοτιά,
Βρίσκουν απάνεμη γωνιά, κι αράζουν όμορφα,
Γιατί είσαι εσύ Φάρος,
Που σκορπά τα σκοτάδια.

Βάλε Αχιλλέα
Το  λαμπρό σου σπαθί στο θηκάρι του,
Λεβέντης εσύ
Κι ο Έκτορας όχι λιγότερο
Και των δυο η ζωή το ίδιο πολύτιμη,
Στις μάνες που σας γέννησαν
Γιοι ακριβοί.

Τα κονταροκτηπήματα,
Τους  σκοτωμούς αφήστε.
Καμιά Ελένης η ομορφιά και η τιμή,
Δεν είναι πιότερο ακριβή
Από τη νιότη σας
Και τη ζωή,
Στο γοργοτάξιδο του χρόνου διάβα,
Μοναδική...

Μια γλάστρα με βασιλικό,
σε τούτη εδώ τη χώρα,
με τα ψηλά τα σπίτια της,
τους παγωμένους δρόμους!
Τι θέλει εδώ και τι γυρεύει;

Ξενιτεμένη μοιάζει
και προσπαθεί,
να ζεσταθεί απ’ τα χνώτα,
εκείνων π’ άφησαν μιαν άλλη γη,
πιο φωτεινή και γαλανή.

Put up your bright sword Achilleus,
For the dew will rust it.
Handsome though you are,
You are no more so than Hector.
Both of your precious bloods,
Milked on the same breast of care,
But dead, oh invaluable sons,
How mother’s eyes shall tear the ground!

If hatred swallows your hearts,
Death shall dog your heels,
Until over your pride you trip,
Or under the chariot wheels,
As the beating wings of Fate
Blow the breath from your face.

(Αφιέρωμα στους Άστεγους της Οικουμένης)

Χιονίζει,
κι εσύ κοιμάσαι στον δρόμο.
Βρέχει ο Θεός
και πάνω από το κεφάλι σου,
σκεπή ο ουρανός.

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού
Λευκωσία -Κύπρος
Γραφείο Υπουργού
18 Μαρτίου, 1996

Δυο Λόγια

Η Βαλεντίνη Πετράκη- Αναστασίου τραγουδά με μια απλότητα χαρακτηριστική της Κυπριακής ψυχής την τουρκοπατημένη τώρα Μεσαριά, αυτή που ‘ταν η τροφός της Κύπρου, γέννημα η ίδια αυτής της γης.

Όταν πεθάνω βγάλτε μου το μνήμα μου μεγάλον,
να με χωρά να στέκομαι, να μπόρω να ξαπλώνω.
Εις τον Βορράν και Γέννησιν, αφήστε παραθύριν,
για να θωρώ την Μεσαριάν, που χάραμαν ως δείλις.
Επάνω από το μνήμα μου, μην κάμετε κιβούριν,
ούτε λουλούδια θέλω ‘γω και κρίνα ανθισμένα,
μόνο να μου φυτεύετε σιτάρι κάθε Νιόβρη.
Να το θωρώ που θα βλαστά και που θα μεγαλώνει
και με τον Μάρτη τον καλό, τα στάχυα όταν γεμίζουν,
θα χαίρετ’ η ψυχούλα μου και θα αναγαλλιάζει.


Κι όταν στου Πλάστη θα βρεθώ εγώ μπροστά στο θρόνο,
θα πέσω εις τα πόδια του και θα του τα φιλήσω
και θα του πω να μην ξεχνά, να βρέχει κάθε χρόνον
στη Μεσαριά νερά πολλά, να πίνει να χορτάνει.
Και στα βουνά του Μαχαιρά να βρέχει, να χιονίζει,
να κατεβαίνει ο Πηδιάς γεμάτος κάθε χρόνον,ζώνη διαμαντοσόλιστη, στη μέση να τη ζώνει.