Ανέμοι της Μεσαριάς
Στης Ρήγαινας τ’ Αυλοτόπια
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 1927
Η αυτάρκεια και η ευημερία των μελών της αγροτικής κοινωνίας του Πραστειού εξασφαλιζόταν κυρίως από τη γεωργία και τη κτηνοτροφία, υπό την προϋπόθεση βέβαια να ανοίγουν οι ουρανοί τους κρουνούς τους και να χαρίζουν τις ζωογόνες βροχές τους. Μια καλή σοδειά αποτελούσε σημαντικότατο παράγοντα για την εξυπηρέτηση των αναγκών της κοινότητας. Διαδραμάτιζε επίσης ρόλο στην άνθιση μιας σειράς από παραδοσιακές τέχνες, οι οποίες αφορούσαν όχι μόνο τις οικονομικές πτυχές της κοινότητας αλλά και τις πνευματικές και καλλιτεχνικές της.
Το Πραστειό αποτελούσε κέντρο τεχνών, με εξαίρετους μάστορες και μαστόρισσες στην καθεμιά από αυτές. Οι κατηγορίες των τεχνών και τεχνιτών του χωριού περιλάμβαναν, με αλφαβητική σειρά, τις ακόλουθες:
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 1290
(Αφιέρωμα στον Νικόλαο Πρατούν και σε όλους τους άλλους Πόντιους που βρήκαν
στερνό απαμό στην γη της Κύπρου μας η οποία τους καλοδέχτηκε στην αγκαλιά της, σαν δικά της παιδιά).
Ποιος άνεμος και ποιος Βοριάς, φύσηξε παγωμένος,
Και σ’ έφερε εδώ, στην Γη της Αφροδίτης,
Εσέ, παιδί του Πόντου, με τα ψηλά βουνά τ’ απάτητα.
Και τα φαράγγια τα βαθιά,
την Μαύρη Θάλασσα ολόγυρα, την αφρισμένη.
Σαν γνώριμο από παλιά,
σε είδε, που χόρευες σκυφτός, με κοντοβράκι,
και με μαντήλι στα μαλλιά σου μαύρο,
τα χέρια σου πιασμένα στην σειρά, μ’ άλλους,
λεβέντες σαν κι εσένα,
και τα φυσέκια σταυρωτά στο στήθος σας.
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 2177
«Σ’ αγαπώ», μου ψιθύρισες
τρυφερά στ’ αυτί
και με κράτησες
σφικτά στην αγκαλιά σου.
«Σου μιλώ
και στο κορμί της γης
ανοίγονται άστρα
με φεγγαρόφωτο
και στην καρδιά της
χειμώνα σκορπίζουν
τα δικά της αισθήματα.
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 3397
(Αφιέρωμα στην Κέρκυρα και σ' όλα τα απόδημα παιδιά της)
Που πήγε το φεγγάρι και κρύφτηκε,
Που είναι τα μύρια άστρα να κεντούν
Το βαθύ ατλάζι του ουρανού;
Μη κι έχει πέσει στα στήθια μου ο ουρανός
Γι’ αυτό με σφίγγει και με πλακώνει;
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 2227
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το Πραστειό, όπως δηλώνει και μια από τις τοπικές παραδόσεις, οφείλει το όνομα του στην γειτνίαση του με την μεσαιωνική πόλη Σίγουρη, της οποίας θεωρήθηκε προάστειο. Όταν οι κάτοικοι της αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν ώστε να σωθούν από επιδρομές, σκορπίστηκαν στα γύρω χωριά και κάποιοι στο Πραστειό, τρία περίπου χιλιόμετρα βορειότερα της Σίγουρης.
Από τους αγίους, με εκκλησίες προς τιμή τους στην Σίγουρη, οι Πραστίτες αποφάσισαν να «φέρουν» στον νέο τους οικισμό τον Τροπαιοφόρο Άγιο Γεώργιο, επιλογή που δεν ξενίζει, δεδομένου ότι το Πραστειό, ως ένα κατ’ εξοχήν γεωργικό χωριό, στον μεγαλύτερο και γονιμότερο κάμπο της Κύπρου, ήθελε τον Άγιο Προστάτη της Γεωργίας. Του έκτισαν μεγαλόπρεπη εκκλησία, τον τιμούσαν με μεγάλη λαμπρότητα στις 23 Απριλίου και ζητούσαν την βοήθεια του για να διεκπεραιώσουν το τεράστιο, χρονοβόρο και κοπιώδες έργο του θερισμού με το δρεπάνι και τις υπόλοιπες διεργασίες, μέχρι που η ευλογημένη σοδειά να έπαιρνε την θέση της στον ασφαλή χώρο του «σέντε», της σιταποθήκης κάθε γεωργού.
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 2355
(Αφιερωμένο σε όλους τους γονείς που έφυγαν από αυτό τον κόσμο αναμένοντας τον γυρισμό του ξενιτεμένου παιδιού τους)
Μην αργείς να γυρίσεις χελιδόνι μου,
άνοιξε τα φτερά σου,
και πέτα γοργά με τον άνεμο,
ναρθείς κοντά μου που καρτερώ
νύχτα και μέρα τον γυρισμό σου.
Σου φύλαξα ροδόσταγμα
ανθέ μου να νιφτείς,
γλυκό του κυδωνιού να σε κεράσω.
Γύρνα στην αγκαλιά μου,
πουλί ξενιτεμένο μου.
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 2381
(Αφιέρωμα τιμής στους αγωνιστές που βασανίστηκαν από τους Βρετανούς αποικιοκράτες στα φοβερά ανακριτήρια της Ομορφίτας)
Τα συρματοπλέγματα στους πανύψηλους,
τσιμεντένιους τοίχους, βαριά φορτισμένα με ηλεκτρισμό,
ματαιώνουν κάθε απόπειρα απόδρασης.
Η παγίδευση απόλυτη: Σαπίζεις ή πεθαίνεις
σ’ αυτό το στρατόπεδο συγκεντρώσεως.
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 3273
(Αφιέρωμα στους Άστεγους της Οικουμένης)
Χιονίζει,
κι εσύ κοιμάσαι στον δρόμο.
Βρέχει ο Θεός
και πάνω από το κεφάλι σου,
σκεπή ο ουρανός.
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 3809
Ο βασιλιάς μας ο καλός, ο Ρήγας τούντου τόπου,
που ζιει στα κάστρη τα ψηλά, τα εκατόν τα σπίθκια,
τον προσσιυνούν τζιαι τον τιμούν, οι λας όπου θκιαβαίννει,
οι σκούντροι του τον τρέμουσιν, τζιείνον τζιαι το σπαθίν του,
γιον τρέμει το καρκιόφυλλον, λαού τζιυνηημένου.
Έσιει τους γιούες τους εννιά, ούλλοι καμαροστύλια!
Φορούσιν βράτζιες προσιαστές, την στράταν τζιαι σαρίζουν,
τζιαι φέσιν γρουσοκλώσιαστον, πάνω στην τζιεφαλήν τους!
Πλουμιά πρωτοφανούσιμα, έχουσιν στο γελέκκιν,
τζιαι κότσιηνα τζιαι πράσινα στο μαύρον το βελούδον,
πον κεντημένα όμορφα, στο σιέριν με βελόνιν!
Φορούσιν τζιαι στην κόξαν τους, σπαθίν μεσ’ στο θηκάριν,
που ‘σιει πλουμιά ολόγρουσα τζιαι μαρκαριταρένα!
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 4828
(Αφιερώνω το ποίημα μου αυτό στον άγνωστο νεκρό της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974, που πέθανε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, μέσα στα χέρια μου)
Με τι δάκρυα να σε κλάψω παλικάρι μου,
Που τα μάτια κι η καρδιά μου στέγνωσαν,
Από τον πόνο και τον καημό!
Υποκατηγορίες
Σελίδα 6 από 8