«Μηδείς θρηνείτο πενίαν»
(Αναστάσιμος Λόγος Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου)

Με το δοξάρι κατεβάζεις τους ανθούς
και ευωδιάζει η πόλη.
Για μια δραχμή, για δυο,
ανοίγεις την πόρτα του ουρανού,
με του λυράρη του Απόλλωνα την χάρη!
Και κατεβαίνουν Σεραφείμ και ψάλλουν
και ο πολύβουος, ο άχαρος ο δρόμος,
απ’ τις δικές σου μελωδίες,
γίνεται φως του κόσμου.
Μια μεταμόρφωση τριγύρω επέρχεται,
το άσχημο και το κακό,
πλάθεται πάλι ωραίο.

(Νόστιμον Ήμαρ)

Οικιστής εσύ,
Κράτησες στα χέρια σου τ’ αγνά,
Το ιερό πυρ, από τον βωμό,
Της θαλασσοφίλητης Σαλαμίνας
Και το πήρες στην νέα πατρίδα.

Μυριόπλουμη Ακακία,
χαϊδεμένη της Άνοιξης,
που στολίστηκες
από την κορφή ως τη γη.

Πανώριο πλουμίδι του ευωδιαστού κάμπου,
φορτώθηκες χαμόγελα χρυσαφιά,
κρέμασες ηλιαχτίδες στο λαιμό
και κομπολόι τα χρυσά στο μέτωπο.

Η 26η Οκτωβρίου, ημέρα γιορτής του πολιούχου αγίου της Θεσσαλονίκης, υπήρξε και ημέρα απελευθέρωσης της!

Το ποίημα μου «Άφησες το Υνί» συνιστά το δικό μου ταπεινό κλωνάρι τιμής, στην μνήμη των Κυπρίων εθελοντών που συνέδραμαν το έθνος, με την συμμετοχή τους στους Βαλκανικούς Πολέμους και στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μεταξύ των εθελοντών συγκαταλεγόταν και ο Χρήστος Χατζηγεωργίου, ελεύθερο παλικάρι τότε, αδελφός του παππού μου Χατζηστερκώτη. Είναι η δική του συμμετοχή που μου ενέπνευσε το ποίημα μου αυτό, συγκινημένη από το γεγονός ότι ένας αγρότης από την Κύπρο, την εδαφική εσχατιά του Ελληνισμού, θέλησε να πολεμήσει, μαζί με τους Ελλαδίτες αδελφούς, για την Ελευθερία της Μακεδονίας. Μιλώντας κάποτε με ένα από τα παιδιά του αείμνηστου αυτού Μακεδονομάχου, μου είπε ότι ο αγωνιστής αυτός είχε στο ράφι του δωματίου του έργα της κλασσικής λογοτεχνίας και τα μελετούσε. Η πληροφορία αυτή δεν με εξέπληξε, αφού και η δική μου μητέρα, στον ανύπαρκτο χρόνο της «δημιουργούσε «χρόνο» και μελετούσε συγγράμματα της Βυζαντινής αλλά και αρχαιότερης περιόδου. Δεν είχαμε εμείς βιβλιοθήκη δική μας, γι’ αυτό και η μητέρα μου δανειζόταν τα βιβλία που διάβαζε από τον γείτονα μας Παντελή Μελά. Την εκτενή ελληνομάθεια της μητέρας μου την μαρτυρούσε και η γλώσσα της. Ήταν μια κυπριακή εκδοχή της γλώσσας του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη που συνίστατο από αρχαίες λέξεις και φράσεις, βυζαντινές, εκκλησιαστικές, λόγιες καθώς και ένα πλούτο κυπριακών λέξεων στην αυθεντικότερη τους μορφή.

(Αφιέρωμα τιμής στον ήρωα του Απελευθερωτικού Αγώνα της Κύπρου 1955- 1959, Χαράλαμπο Μούσκο).

Χαράλαμπε μου τέκνον μου και γιε μονάκριβε μου,
Στα σπλάχνα σαν σε κράταγα, Ρήγα σε τραγουδούσα,
Να διαφεντεύεις τη χαρά, τες λύπες να σκορπίζεις.
Σε έκραζα αετόπουλο, λιγνοκυπάρισσο μου,
Ν’ ανοίγεις τες φτερούγες σου, στα όρη ν’ ανεβαίνεις
Και στην ψηλότερη κορφή να χτίσεις την φωλιά σου,
Να έχεις μέσα πέρδικα, την κόρη π’ αγαπούσες,
Να ’χεις και αετόπουλα, κύρη τους να σε κράζουν,
Να σε θωρώ να χαίρομαι, ν’ ανθίζει η καρδιά μου.

(Αφιερώνω το ποίημα μου αυτό στον άγνωστο νεκρό της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974, που πέθανε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, μέσα στα χέρια μου) 

Με τι δάκρυα να σε κλάψω παλικάρι μου, 
Που τα μάτια κι η καρδιά μου στέγνωσαν, 
Από τον πόνο και τον καημό!