(Αφιέρωμα στον Νικόλαο Πρατούν και σε όλους τους άλλους Πόντιους που βρήκαν
στερνό απαμό στην γη της Κύπρου μας η οποία τους καλοδέχτηκε στην αγκαλιά της, σαν δικά της παιδιά).


Ποιος άνεμος και ποιος Βοριάς, φύσηξε παγωμένος,
Και σ’ έφερε εδώ, στην Γη της Αφροδίτης,
Εσέ, παιδί του Πόντου, με τα ψηλά βουνά τ’ απάτητα.
Και τα φαράγγια τα βαθιά,
την Μαύρη Θάλασσα ολόγυρα, την αφρισμένη.
Σαν γνώριμο από παλιά,
σε είδε, που χόρευες σκυφτός, με κοντοβράκι,
και με μαντήλι στα μαλλιά σου μαύρο,
τα χέρια σου πιασμένα στην σειρά, μ’ άλλους,
λεβέντες σαν κι εσένα,
και τα φυσέκια σταυρωτά στο στήθος σας.

Χτυπά η καμπάνα θλιβερά, και το χωριό ακούει!
Ποιος γέροντας να πέθανε και τον μοιρολογάει;
Γέρος κανείς δεν πέθανε, γέρος κανείς δεν πήγε,
δυο νιοι είναι που πέθαναν, δυο λιγνοκυπαρίσσια!

Αυγήν- αυγήν τους κρέμασαν, πριν τα πουλιά λαλήσουν
κι ο ουρανός τα άμετρα, τ’ αστέρια του τα σβήσει,
και ρίξει στην Ανατολή, για να ροδίσει, ρόδα.
Κρέμασαν τον Καραολή κι Ανδρέα Δημητρίου,
γιατί αγωνίστηκαν πολύ για την Ελευθερία,
της Κύπρου της πολύπαθης, της λατρεμένης γης μας.

Όταν πεθάνω βγάλτε μου το μνήμα μου μεγάλον,
να με χωρά να στέκομαι, να μπόρω να ξαπλώνω.
Εις τον Βορράν και Γέννησιν, αφήστε παραθύριν,
για να θωρώ την Μεσαριάν, που χάραμαν ως δείλις.
Επάνω από το μνήμα μου, μην κάμετε κιβούριν,
ούτε λουλούδια θέλω ‘γω και κρίνα ανθισμένα,
μόνο να μου φυτεύετε σιτάρι κάθε Νιόβρη.
Να το θωρώ που θα βλαστά και που θα μεγαλώνει
και με τον Μάρτη τον καλό, τα στάχυα όταν γεμίζουν,
θα χαίρετ’ η ψυχούλα μου και θα αναγαλλιάζει.


Κι όταν στου Πλάστη θα βρεθώ εγώ μπροστά στο θρόνο,
θα πέσω εις τα πόδια του και θα του τα φιλήσω
και θα του πω να μην ξεχνά, να βρέχει κάθε χρόνον
στη Μεσαριά νερά πολλά, να πίνει να χορτάνει.
Και στα βουνά του Μαχαιρά να βρέχει, να χιονίζει,
να κατεβαίνει ο Πηδιάς γεμάτος κάθε χρόνον,ζώνη διαμαντοσόλιστη, στη μέση να τη ζώνει.

Σε παλιές εποχές όταν δεν υπήρχαν συντάξεις και βοηθήματα για τους ηλικιωμένους, βασίζονταν τα άτομα αυτά εξ ολοκλήρου στα παιδιά τους για την επιβίωση και την όποια ποιότητα στην ζωή τους. Κάποιος λοιπόν γέροντας που ζούσε με την οικογένεια του γιου του παραπονέθηκε ότι κρύωνε, χωρίς επαρκή κλινοσκεπάσματα, μέσα στο καταχείμωνο. Ο γιος έδωσε τότε εντολή στο δικό του παιδί, να πάρει το παλιό «στρατούριν» του γαϊδάρου (το σαμάρι) από τον αχυρώνα του σπιτιού που λειτουργεί και ως αποθήκη άχρηστων αντικειμένων και να το δώσει στον παππού για να σκεπαστεί. Υπακούοντας το παιδί στην εντολή του πατέρα του παίρνει πράγματι το «στρατούριν» από τον αχυρώνα, αντί όμως να το μεταφέρει αμέσως στον παππού του το βάζει κάτω στο πάτωμα, κοντά στον πατέρα του και τρέχει να φέρει μαχαίρι. Ο πατέρας βλέπει κατάπληκτος τον γιο του να αρχίζει να κόβει το παλιό «στρατούρι», το σταματά και το ρωτά:

-Γιατί παιδί μου κόβεις το παλιό στρατούριν; Γιατί δεν το δίνεις ολόκληρο στον παππού σου που κρυώνει, για να ζεσταθεί ; Τι θα κάνεις το άλλο μισό;

(Αφιερωμένο με Αγάπη στον Ελληνισμό του Πόντου)

Σε μαλαματένια κασέλα κρυβόσου,
Πέρα από την άκρη του Πόντου,
Το Χρυσόμαλλο Δέρας σε φύλαγε
Από τα χιόνια και τον Βοριά.
Δεσμώτης στον Καύκασο,
Φωτοδότης Εσύ,
Θαμμένος στην Γη, σαν τον σπόρο του σιταριού,
Ξεπετάχτηκες, με την πρώτη ακτίνα του ήλιου!

(Αφιερώνω το ποίημα αυτό στον θείο μου Πετράκη Ν. Πετράκη, αδελφό του πατέρα μου, που είχε διακριθεί ως αθλητής στο διτζιήμιν. Το αφιερώνω επίσης στον Γιάννη Χατζηστερκώτη, αδελφό του παππού της μητέρας μου Χατζηγιώργη Χατζηστερκώτη, που είχε κι αυτός σπουδαία επίδοση στο διτζιήμιν).

Έστεκες σαν αρκάντζιελος στην μέσην της Πλαταίας
Τζιαί σαν το Άστρον της Πωρνής που φέγγει μες τον κάμπον.
Έστραφτεν το μεταξωτόν πουκάμισον που εχόρες,
Φάμμαν που τες αρφάες σου, στην βούχαν με μανιέραν,
Με τέγνην το εράφκασιν στο σιέριν με βελόνιν.
Έστρωννεν τόσον όμορφα πας την πλαθκειάν σου ράσιην,
Εσέν, πον διπλοκάπουλλη, ίσια με μιαν βουκάνην.
Τζι' η ζώστρα η ολομέταξη, εις την λεγνήν σου κόξαν,
Με τα γρουσά της τα πλουμιά, τα κλώσια τα πολλά της,
Που εππέφταν πας την βράκαν σου, την προσιαστήν τζιαι μιάλην!