(Αφιέρωμα τιμής στους Ελλαδίτες αγνοούμενους αξιωματικούς και στρατιώτες, που πολέμησαν με ανδρεία και θυσίασαν την ζωή τους για την Ελευθερία της Κύπρου, στην διάρκεια της Τουρκικής εισβολής). 

Με σφαίρα εις το γόνατο κι από μια λίμνη αίμα,
σ’ αρπάζει ο Πικροχάροντας, στην πιο όμορφη σου νιότη,
με το κακό το χέρι του, το φονικό δρεπάνι. 

(Αφιερώνω το ποίημα μου αυτό στον άγνωστο νεκρό της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974, που πέθανε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, μέσα στα χέρια μου) 

Με τι δάκρυα να σε κλάψω παλικάρι μου, 
Που τα μάτια κι η καρδιά μου στέγνωσαν, 
Από τον πόνο και τον καημό! 

Εκφράζω τις ειλικρινείς ευχαριστίες μου και την βαθιά μου ευγνωμοσύνη σε όλους όσους με στήριξαν με οποιονδήποτε τρόπο στην διάρκεια της μακράς πορείας μου για την συγγραφή αυτού του βιβλίου. Ιδιαίτερη ευγνωμοσύνη εκφράζω στον εξάδελφο μου Χρήστο Χατζηστερκώτη ο οποίος, με κάθε ευκαιρία, με ενεθάρρυνε να ολοκληρώσω και να εκδώσω αυτό μου το έργο. Εξίσου θερμές ευχαριστίες χρωστώ στην φίλη μου Ειρήνη Χατζηλοΐζου για την σημαντική στήριξη που μου πρόσφερε με την ενθάρρυνση της να ολοκληρώσω αυτό το έργο αλλά και με την εντόπιση νέων ατόμων για συμμετοχή στην έρευνα μου. Ευχαριστώ επίσης θερμά όλους όσους είχαν συμμετάσχει στην έρευνα και έδωσαν στοιχεία. Χωρίς την δική τους σημαντική συμβολή η ερευνητική αυτή εργασία δεν θα ολοκληρωνόταν. Ευχαριστώ επίσης θερμά όσους διάβασαν μέρος ή ολόκληρο το κείμενο του κείμενο του βιβλίου μου αυτού και μου έκαναν εποικοδομητικές παρατηρήσεις και εισηγήσεις.

(Ομήρου Οδύσσεια, Ραψωδία λ, στίχοι 134-144, σε Ελεύθερη Μετάφραση Βαλεντίνης Αναστασίοου)

134 Σαν τους σκοτώσεις με χαλκό που κόβει, τροχισμένος,
Είτε με δόλο την ψυχή, εσύ τους αφαιρέσεις,
Είτε και ολοφάνερα τους στείλεις εις τον Άδη,
Πάρε στο χέρι σου κουπί, ένα να του αρμόζει,

135 και κίνησε για μακρινούς τόπους που δεν ξανάδες
Γι’ ανθρώπους που την θάλασσα δεν έχουν αντικρύσει,
Ποτέ, την κυματόλουστη κι όλο αφρούς γεμάτη.
Που αλάτι αυτοί δεν ξέρουνε να ρίξουν στο φαΐ τους,
Ούτε τα πλοία γνώρισαν, τα ομορφοβαμμένα,
Τα μάγουλα τους κόκκινα σαν κοπελιάς κι εκείνα,
Ή τα κουπιά τους τα καλά που γίνονται φτερούγες,
Των καραβιών των καλοτάξιδων, σαν σχίζουν τα πελάγη.
Κι άλλο σημάδι θα σου πω, καθάριο, μην ξεχάσεις,

Φτωχέ Χριστέ,
Που μοίρασες τα πέντε σου ψωμιά
Και διαμέλισες τα δυο σου ψάρια,
Χόρτασες μ’ αυτά τα πλήθη
Και ζέστανες, τις παγωμένες τους ψυχές.

Εσύ, που τον χιτώνα σου,
Τον έπαιξαν στα ζάρια,
Όταν γυμνός κρεμόσουν στον σταυρό,
Θυμάμαι που είπες
Κάτω απ’ τον ίσκιο μιας ελιάς,
Πως για να γίνει βασιλιάς,
Δεν το χρειάζεται ο άνθρωπος το στέμμα.
Είπες, οδοιπόρε της αιωνιότητας,
Πως βασιλιάς είναι αυτός
Που από τα δυο του πουκάμισα,
Χάρισε το ένα,
Που μέτρησε την αγάπη
Με την προσφορά,
Που αγάπησε τον διπλανό
Ίσα με τον εαυτό του.

Σημαντικό έργο για το Πραστειό Μεσαορίας είναι το βιβλίο του πεθερού μου Λούκα Αναστάση, πρώην Προέδρου της κοινότητας του Πραστειού. Εξίσου σημαντικές υπήρξαν για μένα και οι γραπτές μαρτυρίας της μητέρας μου Θεοφανούς Χατζηστερκώτη.  Πολλές πληροφορίες για το Πραστειό βρήκα, μέσα από τις εφημερίδες της εποχής οι οποιες βρίσκονται στο αρχείο του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών, ειδικά για τον αθλητισμό, ένα τομέα όπου το Πραστειό διατηρούσε μια λαμπρή παράδοση.