(Αφιερωμένο σε όλους τους γονείς που έφυγαν από αυτό τον κόσμο αναμένοντας τον γυρισμό του ξενιτεμένου παιδιού τους)
Μην αργείς να γυρίσεις χελιδόνι μου,
άνοιξε τα φτερά σου,
και πέτα γοργά με τον άνεμο,
ναρθείς κοντά μου που καρτερώ
νύχτα και μέρα τον γυρισμό σου.

Σου φύλαξα ροδόσταγμα
ανθέ μου να νιφτείς,
γλυκό του κυδωνιού να σε κεράσω.
Γύρνα στην αγκαλιά μου,
πουλί ξενιτεμένο μου.

Σκοπός του βιβλίου αυτού είναι να περιγράψει και να παραδώσει στην παρούσα γενεά αλλά και στις επερχόμενες, χαρακτηριστικά που συνιστούσαν την φυσιογνωμία του Πραστειού ως κοινότητας της Μεσαορίας και κατ’ επέκταση της Κύπρου. Η φυσιογνωμία του Πραστειού όπως και άλλων κοινοτήτων και πόλεων της Κύπρου, είναι προϊόν της ιστορικής πορείας του τόπου μας, των καταβολών και επιδράσεων που δέχτηκε ως αποτέλεσμα της πορείας του αυτής μέσα στον χρόνο.

Η γεωγραφική της θέση μεταξύ τριών ηπείρων υπήρξε για την Κύπρο προνόμιο, αφού λειτούργησε ως σταυροδρόμι πολιτισμών Ανατολής και Δύσης, Βορρά και Νότου, από τους οποίους δέχτηκε επιδράσεις που τις αφομοίωσε και τις εξέφρασε στην συνέχεια με τον δικό της μοναδικό τρόπο, εμφανή στον λαϊκό της πολιτισμό. Η θέση της υπήρξε και κατάρα αφού πέρασε από τα χέρια όλων των εκάστοτε ισχυρών της περιοχής που της επέβαλαν τον ζυγό της δουλείας με όλα του τα δεινά για τον λαό της.Η θέση του Πραστειού, στο κέντρο της πεδιάδας της Μεσαορίας και μεταξύ των μεγαλύτερων χειμάρρων της Κύπρου διαδραμάτισε καταλυτικό πράγοντα στην εξέλιξη του χωριού. 

Σου στέλλω χαιρετίσματα, με κάθε χελιδόνι,
Όπου την Άνοιξη περνά, σπαθίζει τον αέρα
και στον Βορρά βιαστικά, διαβαίνει κι αλαργεύει.
Κάθε γοργόφτερο πουλί, μηνύματα φορτώνω,
φιλιά και χαιρετίσματα, να ‘ρθει να σου τα φέρει.
Σου στέλλω χαιρετίσματα μα ‘συ δεν μ’ απαντάς.
Ποιο να ‘ναι το παράπονο που κρύβεις στην καρδιά;

Στείλε δυο λόγια γιόκα μου, δεν θέλω παραπάνω,
να μ’ απαλύνεις τον καημό που μέσα μου με σφάζει,
να ξέρω η δόλια ότι ζεις. Αυτό μόνο μου φτάνει.
Μ’ αν βρεις μολύβι και χαρτί και γράψεις παραπάνω,
πες μου, την μέρα που γυρνάς; Που πας και που διαβαίνεις;
Κι όταν βραδιάσει ο Θεός, ποια πόρτα σε προσμένει;
Τι μαγειρεύεις και δειπνάς, που στρώνεις και κοιμάσαι;

Τρανέ, Πορφυρογέννητε Δεσπότη,
Παράτα κάτω το σουβλί!
Στον Θεό που λατρεύουμε κι οι δυο,
Φύλαξε το στα κάστρα τα δικά σου,
Τούτο δεν είναι γι’ ανθρώπου σάρκα,
Είναι για της Λαμπρής το πανηγύρι.

Αύγουστε! Μη μας σουβλίζεις ζωντανούς,
Είν’ αρκετή για μας η θράκα της ζωής.
Ήλιε, μη μας τυφλώνεις.
Θα πεθάνουμε Ήλιε,
Θα πεθάνουμε
Κι εμείς κι εσύ.
Εμείς θα ξαποστάσουμε
Στον ίσκιο μιας ανεμώνης,
Εσύ που θα βρεις αναπαμό,
Που θα βρεις λύτρωση;

Φτωχέ Χριστέ,
Που μοίρασες τα πέντε σου ψωμιά
Και διαμέλισες τα δυο σου ψάρια,
Χόρτασες μ’ αυτά τα πλήθη
Και ζέστανες, τις παγωμένες τους ψυχές.

Εσύ, που τον χιτώνα σου,
Τον έπαιξαν στα ζάρια,
Όταν γυμνός κρεμόσουν στον σταυρό,
Θυμάμαι που είπες
Κάτω απ’ τον ίσκιο μιας ελιάς,
Πως για να γίνει βασιλιάς,
Δεν το χρειάζεται ο άνθρωπος το στέμμα.
Είπες, οδοιπόρε της αιωνιότητας,
Πως βασιλιάς είναι αυτός
Που από τα δυο του πουκάμισα,
Χάρισε το ένα,
Που μέτρησε την αγάπη
Με την προσφορά,
Που αγάπησε τον διπλανό
Ίσα με τον εαυτό του.

(Αφιέρωμα στον Νικόλαο Πρατούν και σε όλους τους άλλους Πόντιους που βρήκαν
στερνό απαμό στην γη της Κύπρου μας η οποία τους καλοδέχτηκε στην αγκαλιά της, σαν δικά της παιδιά).


Ποιος άνεμος και ποιος Βοριάς, φύσηξε παγωμένος,
Και σ’ έφερε εδώ, στην Γη της Αφροδίτης,
Εσέ, παιδί του Πόντου, με τα ψηλά βουνά τ’ απάτητα.
Και τα φαράγγια τα βαθιά,
την Μαύρη Θάλασσα ολόγυρα, την αφρισμένη.
Σαν γνώριμο από παλιά,
σε είδε, που χόρευες σκυφτός, με κοντοβράκι,
και με μαντήλι στα μαλλιά σου μαύρο,
τα χέρια σου πιασμένα στην σειρά, μ’ άλλους,
λεβέντες σαν κι εσένα,
και τα φυσέκια σταυρωτά στο στήθος σας.