Ανέμοι της Μεσαριάς
Στης Ρήγαινας τ’ Αυλοτόπια
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 36652
Χτυπά η καμπάνα θλιβερά, και το χωριό ακούει!
Ποιος γέροντας να πέθανε και τον μοιρολογάει;
Γέρος κανείς δεν πέθανε, γέρος κανείς δεν πήγε,
δυο νιοι είναι που πέθαναν, δυο λιγνοκυπαρίσσια!
Αυγήν- αυγήν τους κρέμασαν, πριν τα πουλιά λαλήσουν
κι ο ουρανός τα άμετρα, τ’ αστέρια του τα σβήσει,
και ρίξει στην Ανατολή, για να ροδίσει, ρόδα.
Κρέμασαν τον Καραολή κι Ανδρέα Δημητρίου,
γιατί αγωνίστηκαν πολύ για την Ελευθερία,
της Κύπρου της πολύπαθης, της λατρεμένης γης μας.
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 1943
(Αφιερώνω το ποίημα μου αυτό στον Χαράλαμπο Κουμή που τόλμησε τον Γυρισμό. Το αφιερώνω επίσης σε όλο τον Απόδημο Ελληνισμό και ιδιαίτερα στους Κύπριους που γύρισαν στην πατρίδα και τους έδιωξε ξανά ο τουρκικός Αττίλας με την Εισβολή, το Καλοκαίρι του 1974…)
Χελιδόνι,
που σε νανούρισε στο Βόρειο Σέλας,
γλυκό τραγούδι γυρισμού.
Εσύ, που χόρεψες στον πάγο,
με τα φλαμίνγκο και τους πιγκουίνους
χορούς τρελούς λαχταριστούς,
όταν μακρύναν τα φτερά σου,
τ’ άνοιξες για τον Νοτιά,
καημός αγιάτρευτος της μάνας,
του κύρη πόθος του κρυφός.
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 3835
Τρανέ, Πορφυρογέννητε Δεσπότη,
Παράτα κάτω το σουβλί!
Στον Θεό που λατρεύουμε κι οι δυο,
Φύλαξε το στα κάστρα τα δικά σου,
Τούτο δεν είναι γι’ ανθρώπου σάρκα,
Είναι για της Λαμπρής το πανηγύρι.
Αύγουστε! Μη μας σουβλίζεις ζωντανούς,
Είν’ αρκετή για μας η θράκα της ζωής.
Ήλιε, μη μας τυφλώνεις.
Θα πεθάνουμε Ήλιε,
Θα πεθάνουμε
Κι εμείς κι εσύ.
Εμείς θα ξαποστάσουμε
Στον ίσκιο μιας ανεμώνης,
Εσύ που θα βρεις αναπαμό,
Που θα βρεις λύτρωση;
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 1836
Πριν από την ανάπτυξη της ραπτικής στο Πραστειό, ως αποτέλεσμα φοίτησης σε σχολή, η ραπτική γινόταν από πρακτικές, παραδοσιακές ράπτριες. Αυτές χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες, τις νοικοκυρές και τις επαγγελματίες.
Η Νοικοκυρά - Ράφταινα
Το πλήθος των δεξιοτήτων που κατείχε η κάθε νοικοκυρά του χωριού, με κάποιες εξαιρέσεις, περιλάμβανε και εκείνες της ραπτικής. Τα ενδύματα των μελών της οικογένειας, για καθημερινή χρήση και για εργασία, ράβονταν συνήθως από την νοικοκυρά. Τέτοια ήταν τα φορέματα, οι βράκες, τα εσώρουχα και οι ποδιές της κουζίνας:
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 2080
Όταν μου είπες σ’ αγαπώ
κείνο το βράδυ,
έπεσ’ ο ήλιος μέσ’ στην ποδιά μου
κι ας ήταν έξω σκοτάδι.
Σ’ αγαπώ,
σου ψιθύρισα με χείλια που τρέμαν.
Τώρα έχω το παν,
έχω εσένα.
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 4431
(Αφιέρωμα τιμής στους Κύπριους που σε στιγμές κρίσιμες για τον Ελληνισμό, άφησαν το άροτρο και το δρεπάνι και έτρεξαν να συμμετάσχουν στους αγώνες για την σωτηρία του Έθνους)
Ούλλοι οι κλέφτες σσιύφκουσιν τζιαι οι καπεταναίοι
Τζιαι του φιλούν σεβάσμια το άγιον του σιέριν.
Μα έναν μισοκόπελλον, ψηλόν σαν τζιυπαρίσσιν,
Κατσαρομάλλιν, όμορφον, μανιέρα του το φέσιν,
Που ‘σιει ζαβά στην τζιεφαλήν, πρεπός1 εις την νεότην,
Εν του φιλά το σιέριν του, του γέρου του Δεσπότη.
Μόνον του τζιείνον σιαιρετά, ίσιον, καπαρτισμένον,
που κα’ στο σσιος του πλατανιού, πουν ούλλοι συναμένοι
τζιαι σάζει τ’ αλαβρόν σπαθίν, εις την λεγνήν του κόξαν,
με ζώστραν γρουσοκλώσιαστην, που πα’ στην μαύρην βράκαν,
γελέκκιν ολοκέντητον, ποΐνες τομαρένες,
να τρίζουν οι προκκούες τους, ν’ ακούουν οι κορούες.
Μαλλώννει του ο τζιύρης του, θυμώννει του ο κλέφτης:
Υποκατηγορίες
Σελίδα 8 από 8