Πριν από την ανάπτυξη της ραπτικής στο Πραστειό, ως αποτέλεσμα φοίτησης σε σχολή, η ραπτική γινόταν από πρακτικές, παραδοσιακές ράπτριες. Αυτές χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες, τις νοικοκυρές και τις επαγγελματίες.

Η Νοικοκυρά - Ράφταινα

Το πλήθος των δεξιοτήτων που κατείχε η κάθε νοικοκυρά του χωριού, με κάποιες εξαιρέσεις, περιλάμβανε και εκείνες της ραπτικής. Τα ενδύματα των μελών της οικογένειας, για καθημερινή χρήση και για εργασία, ράβονταν συνήθως από την νοικοκυρά. Τέτοια ήταν τα φορέματα, οι βράκες, τα εσώρουχα και οι ποδιές της κουζίνας:

(Αφιέρωμα στον Έλληνα Δάσκαλο της Διασποράς)

Είσαι εσύ Φως, «επί την λυχνίαν»
Που φέγγει τριγύρω, ανέσπερον.
Στο απέραντο πέλαγος, πολιτειών μακρινών,
Μεγάλα καράβια τσακίζονται στην τραμουντάνα,
Τα βυθίζει η θαλασσοταραχή.
Μα τα μικρά τρεχαντήρια κι οι σκούνες,
Που φτάνουν από τον Νοτιά,
Βρίσκουν απάνεμη γωνιά, κι αράζουν όμορφα,
Γιατί είσαι εσύ Φάρος,
Που σκορπά τα σκοτάδια.

Χελιδόνι,
Με το γλυκό τραγούδι στο στόμα,
Που μυρίζει πασχαλιά
Και  έρωτα συνάμα,
Άσε με να σε φιλήσω
Τ’ όμορφο τούτο δειλινό,
Άσε με να σ’ αγκαλιάσω,
Δεν βλέπεις πόσο σ’ αγαπώ!...

Μου φεύγεις μέσα από τα χέρια,
Χελιδόνι της Άνοιξης,
Που πας;
Τι ακριβότερο ζητάς απ’ την Αγάπη;

Τρανέ, Πορφυρογέννητε Δεσπότη,
Παράτα κάτω το σουβλί!
Στον Θεό που λατρεύουμε κι οι δυο,
Φύλαξε το στα κάστρα τα δικά σου,
Τούτο δεν είναι γι’ ανθρώπου σάρκα,
Είναι για της Λαμπρής το πανηγύρι.

Αύγουστε! Μη μας σουβλίζεις ζωντανούς,
Είν’ αρκετή για μας η θράκα της ζωής.
Ήλιε, μη μας τυφλώνεις.
Θα πεθάνουμε Ήλιε,
Θα πεθάνουμε
Κι εμείς κι εσύ.
Εμείς θα ξαποστάσουμε
Στον ίσκιο μιας ανεμώνης,
Εσύ που θα βρεις αναπαμό,
Που θα βρεις λύτρωση;

-Φίλε Αχμέτ,
Έλα κι εσύ στον καφενέ,
Να πιούμε κόκκινο κρασί
Της Πιτσιλιάς
Και μέσα στο μεθύσι το θολό,
Να τραγουδήσουμε στην γλώσσα του καθένας,
Τραγούδια της πατρίδας μας.

Ξέχασε Αχμέτ
τον γιο τον σκοτωμένο,
παίζει κρυφτό στ’ αλώνια του χωριού μας,
μαζί με τον Αντρέα,
παιδί της πρώτης μου νιότης.

Στην πόρτα που άνοιξε για μένα,
Πριν την διαβώ, σε πρόταξα εσένα.
Μαζί κινήσαμε στο ίδιο καράβι,
Σαν φύγαμε από την Τροία,
Και πήραμε τους δρόμους της θάλασσας για την Σαλαμίνα.
Μα σαν τα βλέφαρα μου έκλεισαν
κι’ ακούμπησα στον τοίχο του καραβιού κεφάλι μου, να ξαποστάσω
Απ’ του κουπιού του βαρετού τον αδιάκοπο μόχθο,
Εσύ έπιασες το πρώτο λιμάνι, με έσυρες στην γη κάτω,
Και ξανατράβηξες μονάχος για το άγιο το νησί μας.

Μονάχος μου σε ξένο τόπο,
Αναζητούσα ξενία και την βρήκα.
Ξένοι και άγνωστοι μου άνοιξαν τις πόρτες των σπιτιών τους,
Σε μέγαρα και φτωχοκάλυβα μπήκα
Και όλοι με καλοδέχτηκαν,
«Ξένε» μου, έλεγαν, «προστάτης σου ο Μέγας Δίας,
Κάνε το σπίτι μας δικό σου,
Δίπλα σου θα είμαστε σε κάθε σου ανάγκη.