Χτυπά η καμπάνα θλιβερά, και το χωριό ακούει!
Ποιος γέροντας να πέθανε και τον μοιρολογάει;
Γέρος κανείς δεν πέθανε, γέρος κανείς δεν πήγε,
δυο νιοι είναι που πέθαναν, δυο λιγνοκυπαρίσσια!

Αυγήν- αυγήν τους κρέμασαν, πριν τα πουλιά λαλήσουν
κι ο ουρανός τα άμετρα, τ’ αστέρια του τα σβήσει,
και ρίξει στην Ανατολή, για να ροδίσει, ρόδα.
Κρέμασαν τον Καραολή κι Ανδρέα Δημητρίου,
γιατί αγωνίστηκαν πολύ για την Ελευθερία,
της Κύπρου της πολύπαθης, της λατρεμένης γης μας.

(Αφιερωμένο με Αγάπη στον Ελληνισμό του Πόντου)

Σε μαλαματένια κασέλα κρυβόσου,
Πέρα από την άκρη του Πόντου,
Το Χρυσόμαλλο Δέρας σε φύλαγε
Από τα χιόνια και τον Βοριά.
Δεσμώτης στον Καύκασο,
Φωτοδότης Εσύ,
Θαμμένος στην Γη, σαν τον σπόρο του σιταριού,
Ξεπετάχτηκες, με την πρώτη ακτίνα του ήλιου!

Η αγάπη μας απέραντη
σαν τον πλατύ τον κάμπο
της Μεσαορίας.

Τα όνειρα μας
μεστωμένα
σαν στάχυα του Μάη.

(Αφιέρωμα τιμής στους Ελλαδίτες αγνοούμενους αξιωματικούς και στρατιώτες, που πολέμησαν με ανδρεία και θυσίασαν την ζωή τους για την Ελευθερία της Κύπρου, στην διάρκεια της Τουρκικής εισβολής). 

Με σφαίρα εις το γόνατο κι από μια λίμνη αίμα,
σ’ αρπάζει ο Πικροχάροντας, στην πιο όμορφη σου νιότη,
με το κακό το χέρι του, το φονικό δρεπάνι. 

(Αφιερωμένο στον Ηρωομάρτυρα Τάσο Ισαάκ)

Εκεί στη νεκρή ζώνη, της μοιρασμένης πατρίδας,
έριξες λίπασμα το κορμί σου και το αίμα.

Άγιος Γεώργιος Δρακοντοκτόνος
 
Άγιος Γεώργιος Δρακοντοκτόνος
Έργο Βαλεντίνης Αναστασίου

Διαστάσεις εικόνας 59 x 40.5 εκατοστά
Πληροφορίες για την εικόνα

Ο Άγιος Γεώργιος κατείχε μια πολύ ξεχωριστή θέση στις καρδιές και στην σκέψη των κατοίκων του κατεχόμενου τώρα Πραστειού Μεσαορίας. Οι αφηγήσεις τους τον δείχνουν υπεράνω όλων των άλλων αγίων, λίγο πιο κάτω από την Παναγία! Ήταν μια ζωντανή ύπαρξη, μια οντότητα που παρέμβαινε και βοηθούσε κάθε φορά που ένας άνθρωπος του απηύθυνε μια ικεσία για βοήθεια. Ανάμεσα στους πολλούς θρύλους που αφηγούνταν οι παλαιότεροι, κυρίαρχοι ήταν εκείνοι που αναφέρονταν στον Άγιο μας, όπως και ο πιο κάτω:

Οι γείτονες της περικαλλούς εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου, στο κέντρο του χωριού μαρτυρούσαν ότι άκουγαν τα πέταλα του αλόγου του που ξεκινούσαν από την μεγάλη, φορητή εικόνα του στον βόρειο τοίχο, δίπλα από το εικονοστάσι. Προχωρούσαν προς την βόρεια πόρτα, η οποία άνοιγε με ένα ισχυρό θόρυβο! Ήξεραν τότε ότι ο Άγιος έφυγε για κάποιο θαύμα και έμεναν άγρυπνοι, αναμένοντας την επιστροφή του. Σε κάποια στιγμή, στα βάθη της νύχτας, τα πέταλα του αλόγου ακούγονταν να χτυπούν ξανά στον δρόμο, η βόρεια πόρτα της εκκλησίας ξανάνοιγε με τον ίδιο θόρυβο και τα πέταλα προχωρούσαν προς την εικόνα του βόρειου τοίχου και εκεί έσβηναν… Είχαν την σίγουρη μαρτυρία ότι ο Άγιος επέστρεψε από κάποιο θαύμα, γεγονός που αφηγούνταν στους υπόλοιπους συγχωριανούς, με το πρώτο φως του ήλιου!

Η αυτάρκεια και η ευημερία των μελών της αγροτικής κοινωνίας του Πραστειού εξασφαλιζόταν κυρίως από τη γεωργία και τη κτηνοτροφία, υπό την προϋπόθεση βέβαια να ανοίγουν οι ουρανοί τους κρουνούς τους και να χαρίζουν τις ζωογόνες βροχές τους. Μια καλή σοδειά αποτελούσε σημαντικότατο παράγοντα για την εξυπηρέτηση των αναγκών της κοινότητας. Διαδραμάτιζε επίσης ρόλο στην άνθιση μιας σειράς από παραδοσιακές τέχνες, οι οποίες αφορούσαν όχι μόνο τις οικονομικές πτυχές της κοινότητας αλλά και τις πνευματικές και καλλιτεχνικές της.

Το Πραστειό αποτελούσε κέντρο τεχνών, με εξαίρετους μάστορες και μαστόρισσες στην καθεμιά από αυτές. Οι κατηγορίες των τεχνών και τεχνιτών του χωριού περιλάμβαναν, με αλφαβητική σειρά, τις ακόλουθες:

(Αφιερώνω το ποίημα μου αυτό στον Χαράλαμπο Κουμή που τόλμησε τον Γυρισμό. Το αφιερώνω επίσης σε όλο τον Απόδημο Ελληνισμό και ιδιαίτερα στους Κύπριους που γύρισαν στην πατρίδα και τους έδιωξε ξανά ο τουρκικός Αττίλας με την Εισβολή, το Καλοκαίρι του 1974…)


Χελιδόνι,
που σε νανούρισε στο Βόρειο Σέλας,
γλυκό τραγούδι γυρισμού.
Εσύ, που χόρεψες στον πάγο,
με τα φλαμίνγκο και τους πιγκουίνους
χορούς τρελούς λαχταριστούς,
όταν μακρύναν τα φτερά σου,
τ’ άνοιξες για τον Νοτιά,
καημός αγιάτρευτος της μάνας,
του κύρη πόθος του κρυφός.

Put up your bright sword Achilleus,
For the dew will rust it.
Handsome though you are,
You are no more so than Hector.
Both of your precious bloods,
Milked on the same breast of care,
But dead, oh invaluable sons,
How mother’s eyes shall tear the ground!

If hatred swallows your hearts,
Death shall dog your heels,
Until over your pride you trip,
Or under the chariot wheels,
As the beating wings of Fate
Blow the breath from your face.

(Αφιέρωμα στον Τάσο)


Όπως ανέμελα, παιδούλα περπατούσα,
συνάντησαν τα μάτια μου,
την γαλανή θωριά των αμματιών σου.
Χαμήλωσα τα μάτια μου,
δεν άντεχαν την λάμψη της ματιάς σου.