(Αφιέρωμα στον Τάσο)


Όπως ανέμελα, παιδούλα περπατούσα,
συνάντησαν τα μάτια μου,
την γαλανή θωριά των αμματιών σου.
Χαμήλωσα τα μάτια μου,
δεν άντεχαν την λάμψη της ματιάς σου.

-Θεά πανώρια, του έρωτα και της αγάπης,
Στα πόδια σου γονατιστή παρακαλώ
Και την κορόνα απ’ το κεφάλι βγάζω.
Πες μου εσύ, του ερωτιάρη αδελφή,
Πού πήρε τον Ακρίτα μου ο Χάρος,
Που την ψυχή του άρπαξε,
Με μπαμπεσιά και δόλο.

-Ρήγαινα, αρχόντισσα, μαυροντυμένη,
Από τους νεκρούς,
κανένας δεν είναι μπορετό
για να γυρίσει πίσω.

«Σ’ αγαπώ», μου ψιθύρισες
τρυφερά στ’ αυτί
και με κράτησες
σφικτά στην αγκαλιά σου.

«Σου μιλώ
και στο κορμί της γης
ανοίγονται άστρα
με φεγγαρόφωτο
και στην καρδιά της
χειμώνα σκορπίζουν
τα δικά της αισθήματα.

(Αφιέρωμα στον Νικόλαο Πρατούν και σε όλους τους άλλους Πόντιους που βρήκαν
στερνό απαμό στην γη της Κύπρου μας η οποία τους καλοδέχτηκε στην αγκαλιά της, σαν δικά της παιδιά).


Ποιος άνεμος και ποιος Βοριάς, φύσηξε παγωμένος,
Και σ’ έφερε εδώ, στην Γη της Αφροδίτης,
Εσέ, παιδί του Πόντου, με τα ψηλά βουνά τ’ απάτητα.
Και τα φαράγγια τα βαθιά,
την Μαύρη Θάλασσα ολόγυρα, την αφρισμένη.
Σαν γνώριμο από παλιά,
σε είδε, που χόρευες σκυφτός, με κοντοβράκι,
και με μαντήλι στα μαλλιά σου μαύρο,
τα χέρια σου πιασμένα στην σειρά, μ’ άλλους,
λεβέντες σαν κι εσένα,
και τα φυσέκια σταυρωτά στο στήθος σας.

Γλυκό αεράκι που μοσχοβολά
λεμονανθούς της Αμμοχώστου και της Μόρφου.
Χρυσά στάχυα της Μεσαριάς,
ψηλές βουνοκορφές στα πράσινα και στα μενεξεδιά.

Δαντελωτό ακρογιάλι ολόγυρα,
που σε φιλά νύχτα και μέρα,
ζεστό το κύμα της Μεσογείου.
Πανώρια Αφροδίτη, αισθαντική και παιγνιδιάρα,
ξεμυαλισμένη, σαγηνεύτρα.

Είδα στις 9 Ιουλίου το βράδυ, στο Σκαλί Αγλαντζιάς, το έργο του αρχαίου τραγικού ποιητή Ευριπίδη «Μήδεια» το οποίο ερμήνευε ένας θίασος Ρώσσων ηθοποιών. Υπήρχαν υπότιτλοι στα Ελληνικά και Αγγλικά που βοηθούσαν τους θεατές να παρακολουθούν την πλοκή του έργου.

Στην μια από τις δύο καρέκλες που βρίσκονται πάνω στην σκηνή, κάθεται η Μήδεια, σε μια στάση αυτισμού που την δείχνει πλήρως απορροφημένη στον εαυτό της και στις σκέψεις της, χωρίς καμιά απολύτως επαφή με το περιβάλλον της. Με την έναρξη του έργου τα δύο παιδάκια της κάθονται μαζί στην δεύτερη καρέκλα και τραγουδούν για τα βάσανα της μητέρας τους…

Τρανέ, Πορφυρογέννητε Δεσπότη,
Παράτα κάτω το σουβλί!
Στον Θεό που λατρεύουμε κι οι δυο,
Φύλαξε το στα κάστρα τα δικά σου,
Τούτο δεν είναι γι’ ανθρώπου σάρκα,
Είναι για της Λαμπρής το πανηγύρι.

Αύγουστε! Μη μας σουβλίζεις ζωντανούς,
Είν’ αρκετή για μας η θράκα της ζωής.
Ήλιε, μη μας τυφλώνεις.
Θα πεθάνουμε Ήλιε,
Θα πεθάνουμε
Κι εμείς κι εσύ.
Εμείς θα ξαποστάσουμε
Στον ίσκιο μιας ανεμώνης,
Εσύ που θα βρεις αναπαμό,
Που θα βρεις λύτρωση;

Άγιος Γεώργιος Δρακοντοκτόνος
 
Άγιος Γεώργιος Δρακοντοκτόνος
Έργο Βαλεντίνης Αναστασίου

Διαστάσεις εικόνας 59 x 40.5 εκατοστά
Πληροφορίες για την εικόνα

Ο Άγιος Γεώργιος κατείχε μια πολύ ξεχωριστή θέση στις καρδιές και στην σκέψη των κατοίκων του κατεχόμενου τώρα Πραστειού Μεσαορίας. Οι αφηγήσεις τους τον δείχνουν υπεράνω όλων των άλλων αγίων, λίγο πιο κάτω από την Παναγία! Ήταν μια ζωντανή ύπαρξη, μια οντότητα που παρέμβαινε και βοηθούσε κάθε φορά που ένας άνθρωπος του απηύθυνε μια ικεσία για βοήθεια. Ανάμεσα στους πολλούς θρύλους που αφηγούνταν οι παλαιότεροι, κυρίαρχοι ήταν εκείνοι που αναφέρονταν στον Άγιο μας, όπως και ο πιο κάτω:

Οι γείτονες της περικαλλούς εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου, στο κέντρο του χωριού μαρτυρούσαν ότι άκουγαν τα πέταλα του αλόγου του που ξεκινούσαν από την μεγάλη, φορητή εικόνα του στον βόρειο τοίχο, δίπλα από το εικονοστάσι. Προχωρούσαν προς την βόρεια πόρτα, η οποία άνοιγε με ένα ισχυρό θόρυβο! Ήξεραν τότε ότι ο Άγιος έφυγε για κάποιο θαύμα και έμεναν άγρυπνοι, αναμένοντας την επιστροφή του. Σε κάποια στιγμή, στα βάθη της νύχτας, τα πέταλα του αλόγου ακούγονταν να χτυπούν ξανά στον δρόμο, η βόρεια πόρτα της εκκλησίας ξανάνοιγε με τον ίδιο θόρυβο και τα πέταλα προχωρούσαν προς την εικόνα του βόρειου τοίχου και εκεί έσβηναν… Είχαν την σίγουρη μαρτυρία ότι ο Άγιος επέστρεψε από κάποιο θαύμα, γεγονός που αφηγούνταν στους υπόλοιπους συγχωριανούς, με το πρώτο φως του ήλιου!

Μια γλάστρα με βασιλικό,
σε τούτη εδώ τη χώρα,
με τα ψηλά τα σπίτια της,
τους παγωμένους δρόμους!
Τι θέλει εδώ και τι γυρεύει;

Ξενιτεμένη μοιάζει
και προσπαθεί,
να ζεσταθεί απ’ τα χνώτα,
εκείνων π’ άφησαν μιαν άλλη γη,
πιο φωτεινή και γαλανή.

(Αφιέρωμα στους Αγνοούμενους της Κύπρου)

Ήρθες καταμεσήμερο,
στην κάψα τ’ Αλωνάρη
και μου ‘πες: «Μάνα έχε γεια,
πάω να πολεμήσω,
για της πατρίδας την τιμή
και την Ελευθερία».