Αρνήθηκαν να σκεπαστείς, με το λευκό σεντόνι,
Που ύφαναν στον αργαλειό, παρθένες της Φυλής σου.

Έφηβε της Καρπασίας!
Πήρες την άγουρη νιότη σου, σπαθί της Ρωμιοσύνης
Και άδραξες τον ήλιο, γιά νάρθει το ξημέρωμα,
Στη Γη που καρτερεί!

Δούλος εγώ, ξοπίσω,
των αφεντάδων όλων,
μόνος, πάνω σε ξύλινο σταυρό,
το αίμα μου, σταλαγματιές να στάζει,
τι θέλησα τ’ ανάστημα να στήσω
και κάλεσα τους σκλάβους,
στο φως της Λευτεριάς να τους βαφτίσω.

Και μήνυσα τους κι είπα τους,
πως μάνα τους εγέννησε
σαν και τους αφεντάδες,
πως οι θεοί μες στις περγαμηνές τους,
τους γράψανε με τ’ όνομα τους.

Όταν πεθάνω βγάλτε μου το μνήμα μου μεγάλον,
να με χωρά να στέκομαι, να μπόρω να ξαπλώνω.
Εις τον Βορράν και Γέννησιν, αφήστε παραθύριν,
για να θωρώ την Μεσαριάν, που χάραμαν ως δείλις.
Επάνω από το μνήμα μου, μην κάμετε κιβούριν,
ούτε λουλούδια θέλω ‘γω και κρίνα ανθισμένα,
μόνο να μου φυτεύετε σιτάρι κάθε Νιόβρη.
Να το θωρώ που θα βλαστά και που θα μεγαλώνει
και με τον Μάρτη τον καλό, τα στάχυα όταν γεμίζουν,
θα χαίρετ’ η ψυχούλα μου και θα αναγαλλιάζει.


Κι όταν στου Πλάστη θα βρεθώ εγώ μπροστά στο θρόνο,
θα πέσω εις τα πόδια του και θα του τα φιλήσω
και θα του πω να μην ξεχνά, να βρέχει κάθε χρόνον
στη Μεσαριά νερά πολλά, να πίνει να χορτάνει.
Και στα βουνά του Μαχαιρά να βρέχει, να χιονίζει,
να κατεβαίνει ο Πηδιάς γεμάτος κάθε χρόνον,ζώνη διαμαντοσόλιστη, στη μέση να τη ζώνει.

Πολύχρωμα πουλιά της πατρίδας
που ζείτε μακριά της,
σ’ άλλα κλαδιά πυκνόφυλλα
και παγωμένες λίμνες.
Κλωσάτε τα πουλάκια σας
και δοκιμάζουν τα φτερά τους
στο Βελιγράδι με τον Υψηλάντη,
στην Οδυσσό με τον Σκουφά και τον Τσακάλωφ,
στο Μόντρεαλ και στο Σικάγο,
στο Σαντιάγο και στην Καμπέρα
και στους αφρούς της κάθε θάλασσας.

Και το κελάδημα πολύβοο,
πάντα θυμίζει κλαρίνο και ζουρνά,
βιολί και λαγούτο της Κύπρου.

(Αφιέρωμα στους Άστεγους της Οικουμένης)

Χιονίζει,
κι εσύ κοιμάσαι στον δρόμο.
Βρέχει ο Θεός
και πάνω από το κεφάλι σου,
σκεπή ο ουρανός.

Αγάπησε με τώρα, Σαρπηδόνα,
είναι ο χρόνος δώρο ακριβό, μην το ξεχνάς.
Πες μου την λέξη την μεγάλη,
προτού κινήσεις για την Τροία.
Μην μου υπόσχεσαι πως αύριο θα μου την πεις,
ή σαν γυρίσεις πίσω νικητής, απ’ τον μεγάλο πόλεμο,
και θα ‘μαι δίπλα σου, βασίλισσα, στον θρίαμβο σου.
Το αύριο κανένας δεν το ξέρει,
παρά μονάχα ο Τρισμεγάλος Δίας,
πούχει την Γη μες στην παλάμη του, κι ορίζει όλο το σύμπαν.
Κι’ η Τύχη το γνωρίζει,
πού ‘ναι κι αυτής ο θρόνος της μες στους θεούς τους άλλους.

Έλα, λοιπόν, και πες μου το,
να ‘ρθει χαρά μες στην καρδιά μας, και των δύο,
η πιο ακριβή απ’ όλες,
ετούτη την στιγμή, που σε κατευοδώνω,
να πας ταξίδι μακρινό, εις την λαμπρή την Τροία,
που τώρα ζώνουν Αχαιοί και πόλεμος και δάκρυ.

(Αφιέρωμα τιμής στους Κύπριους που σε στιγμές κρίσιμες για τον Ελληνισμό, άφησαν το άροτρο και το δρεπάνι και έτρεξαν να συμμετάσχουν στους αγώνες για την σωτηρία του Έθνους)

Ούλλοι οι κλέφτες σσιύφκουσιν τζιαι οι καπεταναίοι
Τζιαι του φιλούν σεβάσμια το άγιον του σιέριν.
Μα έναν μισοκόπελλον, ψηλόν σαν τζιυπαρίσσιν,
Κατσαρομάλλιν, όμορφον, μανιέρα του το φέσιν,
Που ‘σιει ζαβά στην τζιεφαλήν, πρεπός1 εις την νεότην,
Εν του φιλά το σιέριν του, του γέρου του Δεσπότη.
Μόνον του τζιείνον σιαιρετά, ίσιον, καπαρτισμένον,
που κα’ στο σσιος του πλατανιού, πουν ούλλοι συναμένοι
τζιαι σάζει τ’ αλαβρόν σπαθίν, εις την λεγνήν του κόξαν,
με ζώστραν γρουσοκλώσιαστην, που πα’ στην μαύρην βράκαν,
γελέκκιν ολοκέντητον, ποΐνες τομαρένες,
να τρίζουν οι προκκούες τους, ν’ ακούουν οι κορούες.
Μαλλώννει του ο τζιύρης του, θυμώννει του ο κλέφτης:

(Αφιέρωμα τιμής στον Ελληνισμό της Κύπρου που συνέδραμε το Έθνος στους σκληρούς του αγώνες για Ελευθερία και Δικαιοσύνη. Το ποίημα αυτό το αφιερώνω ιδιαίτερα στους Κύπριους που πολέμησαν για την Ελευθερία της Μακεδονίας, στο πλευρό των Ελλαδιτών αδελφών, στην διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων και του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου).

Το υνί και το κοπάδι σου τα άφησες
Στης αδελφής τα χέρια,
Να οργώνει μονάχη της τη γη και να την σπέρνει,
Τα πρόβατα να βγάζει στη βοσκή
Στης Μεσαριάς τον κάμπο.
Τον κύρη εχαιρέτησες κι επήρες την ευχή του,
Την μάνα σου εφίλησες κι είχες σφιχταγκαλιάσει
Και στην καλή σου έστειλες βασιλικού κλωνάρι,
Να τώχει μες τον κόρφο της να του γλυκομιλάει.
Έτρεξες γρήγορα εσύ, εις την κραυγή του Έθνους,
Να πάεις μακριά, σ’ άλλα λιμέρια του Ακρίτα,
Με το σπαθί στο χέρι σου και λιονταρίσια την καρδιά,
Λευτερωτής μιας γης π’ αγάπησες,
Χωρίς να δεις, χωρίς να την πατήσεις.
Στα Πέντε Πηγάδια επολέμησες και στο Κιλκίς,
Στον Λαχανά και σ’ άλλες μάχες,
Όπου φωτιά και σίδερο εσύ πρώτος.
Αψήφησες του Χάροντα το κοφτερό δρεπάνι,
Τον δρόμο της δόξας επερπάτησες,
Τον δύσβατο κι αιματοποτισμένο.
Στη Σαλονίκη μπήκες νικητής,
Πορεύτηκες σε δαφνοστρωμένους δρόμους
Και ροδοπέταλα στην κεφαλή σου εδέχτηκες,
Που κόρες γαλανές σε έραναν με τα αγνά τους χέρια.
Με αίμα βάφτηκε η σαραντάπηχη σου η βράκα
Μα ήταν η ψυχή σου αδέλφι μου
Από το φως γεμάτη
Που δίνει η Λευτεριά στους εκλεκτούς της
Για να το σπέρνουν όπου διαβούν κι όπου θα περάσουν.
Από το φως που σ’ έλουσε άστραψε και η γη σου
Κι ας ήταν θρονιασμένη εδώ και σιδερόφραχτη η τυραννία...

Τρανέ, Πορφυρογέννητε Δεσπότη,
Παράτα κάτω το σουβλί!
Στον Θεό που λατρεύουμε κι οι δυο,
Φύλαξε το στα κάστρα τα δικά σου,
Τούτο δεν είναι γι’ ανθρώπου σάρκα,
Είναι για της Λαμπρής το πανηγύρι.

Αύγουστε! Μη μας σουβλίζεις ζωντανούς,
Είν’ αρκετή για μας η θράκα της ζωής.
Ήλιε, μη μας τυφλώνεις.
Θα πεθάνουμε Ήλιε,
Θα πεθάνουμε
Κι εμείς κι εσύ.
Εμείς θα ξαποστάσουμε
Στον ίσκιο μιας ανεμώνης,
Εσύ που θα βρεις αναπαμό,
Που θα βρεις λύτρωση;