Πριν από την ανάπτυξη της ραπτικής στο Πραστειό, ως αποτέλεσμα φοίτησης σε σχολή, η ραπτική γινόταν από πρακτικές, παραδοσιακές ράπτριες. Αυτές χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες, τις νοικοκυρές και τις επαγγελματίες.

Η Νοικοκυρά - Ράφταινα

Το πλήθος των δεξιοτήτων που κατείχε η κάθε νοικοκυρά του χωριού, με κάποιες εξαιρέσεις, περιλάμβανε και εκείνες της ραπτικής. Τα ενδύματα των μελών της οικογένειας, για καθημερινή χρήση και για εργασία, ράβονταν συνήθως από την νοικοκυρά. Τέτοια ήταν τα φορέματα, οι βράκες, τα εσώρουχα και οι ποδιές της κουζίνας:

Με το φερνάτζι (1)  στον  σωρόν, το μάλαμα (2) ανεμίζουν,
Κι ο αέρας παίρνει τ’ άχυρα, ολόγυρα στον κάμπο.
Και δώσ’ του πάνε κι’ έρχονται αράδα ανεμιστάδες,
Ξυπόλυτοι πα’ στον σωρόν, κορμιά κυπαρισσένια
Και βράκες σαραντάπηχες στον κορνιαχτό ν’ ασπρίζουν. 

Αντιλαλούν τα γέλια τους, ως του Πενταδακτύλου,
Τις αετίσιες τις κορφές, τις καστροφορεμένες,
Με τους Ακρίτες να θωρούν, την Μεσαρκάν  να γλέπουν (3).

(Αφιερώνω το ποίημα μου αυτό στον άγνωστο νεκρό της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974, που πέθανε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, μέσα στα χέρια μου) 

Με τι δάκρυα να σε κλάψω παλικάρι μου, 
Που τα μάτια κι η καρδιά μου στέγνωσαν, 
Από τον πόνο και τον καημό! 

Αγάπησε με τώρα, Σαρπηδόνα,
είναι ο χρόνος δώρο ακριβό, μην το ξεχνάς.
Πες μου την λέξη την μεγάλη,
προτού κινήσεις για την Τροία.
Μην μου υπόσχεσαι πως αύριο θα μου την πεις,
ή σαν γυρίσεις πίσω νικητής, απ’ τον μεγάλο πόλεμο,
και θα ‘μαι δίπλα σου, βασίλισσα, στον θρίαμβο σου.
Το αύριο κανένας δεν το ξέρει,
παρά μονάχα ο Τρισμεγάλος Δίας,
πούχει την Γη μες στην παλάμη του, κι ορίζει όλο το σύμπαν.
Κι’ η Τύχη το γνωρίζει,
πού ‘ναι κι αυτής ο θρόνος της μες στους θεούς τους άλλους.

Έλα, λοιπόν, και πες μου το,
να ‘ρθει χαρά μες στην καρδιά μας, και των δύο,
η πιο ακριβή απ’ όλες,
ετούτη την στιγμή, που σε κατευοδώνω,
να πας ταξίδι μακρινό, εις την λαμπρή την Τροία,
που τώρα ζώνουν Αχαιοί και πόλεμος και δάκρυ.

Σου στέλλω χαιρετίσματα, με κάθε χελιδόνι,
Όπου την Άνοιξη περνά, σπαθίζει τον αέρα
και στον Βορρά βιαστικά, διαβαίνει κι αλαργεύει.
Κάθε γοργόφτερο πουλί, μηνύματα φορτώνω,
φιλιά και χαιρετίσματα, να ‘ρθει να σου τα φέρει.
Σου στέλλω χαιρετίσματα μα ‘συ δεν μ’ απαντάς.
Ποιο να ‘ναι το παράπονο που κρύβεις στην καρδιά;

Στείλε δυο λόγια γιόκα μου, δεν θέλω παραπάνω,
να μ’ απαλύνεις τον καημό που μέσα μου με σφάζει,
να ξέρω η δόλια ότι ζεις. Αυτό μόνο μου φτάνει.
Μ’ αν βρεις μολύβι και χαρτί και γράψεις παραπάνω,
πες μου, την μέρα που γυρνάς; Που πας και που διαβαίνεις;
Κι όταν βραδιάσει ο Θεός, ποια πόρτα σε προσμένει;
Τι μαγειρεύεις και δειπνάς, που στρώνεις και κοιμάσαι;

(Αφιέρωμα στον Τάσο)


Όπως ανέμελα, παιδούλα περπατούσα,
συνάντησαν τα μάτια μου,
την γαλανή θωριά των αμματιών σου.
Χαμήλωσα τα μάτια μου,
δεν άντεχαν την λάμψη της ματιάς σου.

Δούλος εγώ, ξοπίσω,
των αφεντάδων όλων,
μόνος, πάνω σε ξύλινο σταυρό,
το αίμα μου, σταλαγματιές να στάζει,
τι θέλησα τ’ ανάστημα να στήσω
και κάλεσα τους σκλάβους,
στο φως της Λευτεριάς να τους βαφτίσω.

Και μήνυσα τους κι είπα τους,
πως μάνα τους εγέννησε
σαν και τους αφεντάδες,
πως οι θεοί μες στις περγαμηνές τους,
τους γράψανε με τ’ όνομα τους.

Oct 11, 2009

OLD NICOSIA General Hospital should not be demolished, it should be preserved as a monument honouring the thousands of nurses, doctors and other health professionals who offered their services to the sick with devotion, kindness and diligence, within this building, as well as all those who received such services.

Πολύχρωμα πουλιά της πατρίδας
που ζείτε μακριά της,
σ’ άλλα κλαδιά πυκνόφυλλα
και παγωμένες λίμνες.
Κλωσάτε τα πουλάκια σας
και δοκιμάζουν τα φτερά τους
στο Βελιγράδι με τον Υψηλάντη,
στην Οδυσσό με τον Σκουφά και τον Τσακάλωφ,
στο Μόντρεαλ και στο Σικάγο,
στο Σαντιάγο και στην Καμπέρα
και στους αφρούς της κάθε θάλασσας.

Και το κελάδημα πολύβοο,
πάντα θυμίζει κλαρίνο και ζουρνά,
βιολί και λαγούτο της Κύπρου.

(Αφιέρωμα στην Κέρκυρα και σ' όλα τα απόδημα παιδιά της)

Που πήγε το φεγγάρι και κρύφτηκε,
Που είναι τα μύρια άστρα να κεντούν
Το βαθύ ατλάζι του ουρανού;
Μη κι έχει πέσει στα στήθια  μου ο ουρανός
Γι’ αυτό με σφίγγει και με πλακώνει;