(Αφιέρωμα στους Αγνοούμενους της Κύπρου)

Ήρθες καταμεσήμερο,
στην κάψα τ’ Αλωνάρη
και μου ‘πες: «Μάνα έχε γεια,
πάω να πολεμήσω,
για της πατρίδας την τιμή
και την Ελευθερία».

(Νόστιμον Ήμαρ)

Οικιστής εσύ,
Κράτησες στα χέρια σου τ’ αγνά,
Το ιερό πυρ, από τον βωμό,
Της θαλασσοφίλητης Σαλαμίνας
Και το πήρες στην νέα πατρίδα.

Δούλος εγώ, ξοπίσω,
των αφεντάδων όλων,
μόνος, πάνω σε ξύλινο σταυρό,
το αίμα μου, σταλαγματιές να στάζει,
τι θέλησα τ’ ανάστημα να στήσω
και κάλεσα τους σκλάβους,
στο φως της Λευτεριάς να τους βαφτίσω.

Και μήνυσα τους κι είπα τους,
πως μάνα τους εγέννησε
σαν και τους αφεντάδες,
πως οι θεοί μες στις περγαμηνές τους,
τους γράψανε με τ’ όνομα τους.

Ακρίτα Διγενή άφθαρτε, με τα πολλά τα ρούχα,
άφησες στης Ρήγαινας το κάστρο, το σπαθί και το κοντάρι,
σαν έφευγες πωρνό- πωρνό, από την κλίνη την δική της.
Άφησες στο στόμα το φιλί της και πας σε ξένα μέρη,
να βρεις εκείνους που μίσεψαν με σκοτεινά καράβια.

Παίρνεις στο ένα χέρι το βιολί, στο άλλο το δευτέρι
και στον δεξί τον ώμο σου, την βούρκα σου κρεμάεις
που με αγάπη γέμισε, της Ρήγαινας το χέρι.

-Θεά πανώρια, του έρωτα και της αγάπης,
Στα πόδια σου γονατιστή παρακαλώ
Και την κορόνα απ’ το κεφάλι βγάζω.
Πες μου εσύ, του ερωτιάρη αδελφή,
Πού πήρε τον Ακρίτα μου ο Χάρος,
Που την ψυχή του άρπαξε,
Με μπαμπεσιά και δόλο.

-Ρήγαινα, αρχόντισσα, μαυροντυμένη,
Από τους νεκρούς,
κανένας δεν είναι μπορετό
για να γυρίσει πίσω.

Το κλάμα σου το γοερό,
που βγαίνει μέσα από τα βομβαρδισμένα ερείπια,
παιδί της Παλαιστίνης καμένο,
το πήρε ο άνεμος
και το ταξίδεψε στα φτερά του.
Κι ο άνεμος,
αλλιώς επήγε κι είπε,
πως ήσουν κι εσύ
και τα άλλα παιδιά στο καταφύγιο,
ασπίδα στους τρομοκράτες.

Η κυρία με το πλατύ χαμόγελο
και τα λευκά μαργαριτάρια στο λαιμό*,
δεν ξέρει από παιδικά κλάματα.
«Είναι νωρίς», δηλώνει,
«να σταματήσει ο πόλεμος,
θα απειληθούν ξανά, οι πολίτες του Ισραήλ»…

Σκοπός του βιβλίου αυτού είναι να περιγράψει και να παραδώσει στην παρούσα γενεά αλλά και στις επερχόμενες, χαρακτηριστικά που συνιστούσαν την φυσιογνωμία του Πραστειού ως κοινότητας της Μεσαορίας και κατ’ επέκταση της Κύπρου. Η φυσιογνωμία του Πραστειού όπως και άλλων κοινοτήτων και πόλεων της Κύπρου, είναι προϊόν της ιστορικής πορείας του τόπου μας, των καταβολών και επιδράσεων που δέχτηκε ως αποτέλεσμα της πορείας του αυτής μέσα στον χρόνο.

Η γεωγραφική της θέση μεταξύ τριών ηπείρων υπήρξε για την Κύπρο προνόμιο, αφού λειτούργησε ως σταυροδρόμι πολιτισμών Ανατολής και Δύσης, Βορρά και Νότου, από τους οποίους δέχτηκε επιδράσεις που τις αφομοίωσε και τις εξέφρασε στην συνέχεια με τον δικό της μοναδικό τρόπο, εμφανή στον λαϊκό της πολιτισμό. Η θέση της υπήρξε και κατάρα αφού πέρασε από τα χέρια όλων των εκάστοτε ισχυρών της περιοχής που της επέβαλαν τον ζυγό της δουλείας με όλα του τα δεινά για τον λαό της.Η θέση του Πραστειού, στο κέντρο της πεδιάδας της Μεσαορίας και μεταξύ των μεγαλύτερων χειμάρρων της Κύπρου διαδραμάτισε καταλυτικό πράγοντα στην εξέλιξη του χωριού. 

(Στίχοι 134-144 από την Ραψωδία λ, σε Ελεύθερη Μετάφραση)


134 Σαν τους σκοτώσεις με χαλκό που κόβει, τροχισμένος,
Είτε με δόλο την ψυχή, εσύ τους αφαιρέσεις,
Είτε και ολοφάνερα τους στείλεις εις τον Άδη,
Πάρε στο χέρι σου κουπί, ένα να του αρμόζει,

(«Ει τις θέλει πρώτος είναι, έσται πάντων έσχατος,
και πάντων διάκονος» Κατά Μάρκον, θ’ 35).

Μη με σκοτώνεις, γιε του Πηλέα ένδοξε,
με μάνα σου την Θέτιδα, την κοσμοξακουσμένη,
και της γενιάς σου ρίζα δυνατή, ο τρισμεγάλος Δίας!
Ελέα με, τι είμαι παιδί, στην όμορφη μου νιότη,
Κανένα εγώ δεν έβλαψα, ποτέ εις την ζωή μου.
Με καρτερά η μάνα μου κι ο κύρης να γυρίσω,
γέρος σοφός, ο Πρίαμος, κι η φρόνιμη Εκάβη,
εις τα βαθιά τους γηρατειά να μ’ έχουν αποκούμπι,
Αφού εσύ θανάτωσες πολλά απ’ τα παιδιά τους.
Μη μου τρυπήσεις γοργοπόδαρε, με το χαλκό κοντάρι
τα σπλάχνα και στου Άδη στείλεις με τα μουχλιασμένα κάστρα.
Λυπήσου την γυναίκα μου, τ’ αγέννητο παιδί μου,
Σπλαχνίσου μας λιοντόκαρδε και δείξε καλοσύνη,
Τι γέμισες τον Σκάμανδρο κουφάρια από νέους
Και τα θολά του τα νερά κοκκίνισες με γαίμα.
Την περισσή την δύναμη που σούβαλε ο Δίας,
Στα χέρια και στα πόδια σου, ο νεφελοστοιβάχτης,
Μην το θαρρείς σ’ την έδωσε εσύ για να σκοτώνεις,
Με το βαρύ το χέρι σου, το δίστομο σπαθί σου,
Που το σηκώνεις δίχως έλεος σε κεφαλές και σπλάχνα
Νέων ανδρών που έστειλε η δοξασμένη Τροία,
Γλυκιά πατρίδα μας εμάς, που εσείς ήρθατε ξένοι,
Και να πατήσετε ζητάς τα υψηλά της κάστρα.

Άγιος Γεώργιος Δρακοντοκτόνος
 
Άγιος Γεώργιος Δρακοντοκτόνος
Έργο Βαλεντίνης Αναστασίου

Διαστάσεις εικόνας 59 x 40.5 εκατοστά
Πληροφορίες για την εικόνα

Ο Άγιος Γεώργιος κατείχε μια πολύ ξεχωριστή θέση στις καρδιές και στην σκέψη των κατοίκων του κατεχόμενου τώρα Πραστειού Μεσαορίας. Οι αφηγήσεις τους τον δείχνουν υπεράνω όλων των άλλων αγίων, λίγο πιο κάτω από την Παναγία! Ήταν μια ζωντανή ύπαρξη, μια οντότητα που παρέμβαινε και βοηθούσε κάθε φορά που ένας άνθρωπος του απηύθυνε μια ικεσία για βοήθεια. Ανάμεσα στους πολλούς θρύλους που αφηγούνταν οι παλαιότεροι, κυρίαρχοι ήταν εκείνοι που αναφέρονταν στον Άγιο μας, όπως και ο πιο κάτω:

Οι γείτονες της περικαλλούς εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου, στο κέντρο του χωριού μαρτυρούσαν ότι άκουγαν τα πέταλα του αλόγου του που ξεκινούσαν από την μεγάλη, φορητή εικόνα του στον βόρειο τοίχο, δίπλα από το εικονοστάσι. Προχωρούσαν προς την βόρεια πόρτα, η οποία άνοιγε με ένα ισχυρό θόρυβο! Ήξεραν τότε ότι ο Άγιος έφυγε για κάποιο θαύμα και έμεναν άγρυπνοι, αναμένοντας την επιστροφή του. Σε κάποια στιγμή, στα βάθη της νύχτας, τα πέταλα του αλόγου ακούγονταν να χτυπούν ξανά στον δρόμο, η βόρεια πόρτα της εκκλησίας ξανάνοιγε με τον ίδιο θόρυβο και τα πέταλα προχωρούσαν προς την εικόνα του βόρειου τοίχου και εκεί έσβηναν… Είχαν την σίγουρη μαρτυρία ότι ο Άγιος επέστρεψε από κάποιο θαύμα, γεγονός που αφηγούνταν στους υπόλοιπους συγχωριανούς, με το πρώτο φως του ήλιου!