Βραδυάζει και όπου νάναι θα σημάνουν οι καμπάνες της Ανάστασης.
Κι εγώ στη γραμμή από το χάραμα, περιμένω να δρασκελίσω τ’ οδόφραγμα,
χωρίς προσφάι, λίγο μόνο ψωμί και νερό,
η τελευταία ημέρα των νηστειών…

Κάνω το σταυρό μου, σαν να μπαίνω σε εκκλησιά,
την ώρα που περνώ την Πράσινη Γραμμή.
Λήδρα, σαράντα χρόνια να σε δω,
μην είναι όνειρο ή ειν’ αλήθεια ότι διαβαίνω τώρα τους δρόμους σου,
κι από παντού χέρια ανυψωμένα
και χαιρετούν «καλωσορίσατε», χόσκελτιν…

Στέκεις ολόρθος, Διάκο εσύ,
κι αγέρωχα κοιτάζεις,
τα κορφοβούνια γύρω σου,
και τα θολά ποτάμια,
με τα μαλλιά κυματιστά,
στους ώμους σου ριγμένα,
να δέρνει τ’ απριλιάτικο,
το δροσερό αεράκι!

Διάκο,
η Πόλη, τ’ Αϊβαλί, η Σαλαμίνα της Κύπρου,
τ’ αδιέξοδα της Φυλής,
συνάχτηκαν όλα στο δεξί σου χέρι,
με το μοιρασμένο σπαθί…
Άδεια η λιγνή σου κόξα,
από άρματα κι από βόλι… 

Ακρίτα Διγενή άφθαρτε, με τα πολλά τα ρούχα,
άφησες στης Ρήγαινας το κάστρο, το σπαθί και το κοντάρι,
σαν έφευγες πωρνό- πωρνό, από την κλίνη την δική της.
Άφησες στο στόμα το φιλί της και πας σε ξένα μέρη,
να βρεις εκείνους που μίσεψαν με σκοτεινά καράβια.

Παίρνεις στο ένα χέρι το βιολί, στο άλλο το δευτέρι
και στον δεξί τον ώμο σου, την βούρκα σου κρεμάεις
που με αγάπη γέμισε, της Ρήγαινας το χέρι.

Ο βασιλιάς μας ο καλός, ο Ρήγας τούντου τόπου,
που ζιει στα κάστρη τα ψηλά, τα εκατόν τα σπίθκια,
τον προσσιυνούν τζιαι τον τιμούν, οι λας όπου θκιαβαίννει,
οι σκούντροι του τον τρέμουσιν, τζιείνον τζιαι το σπαθίν του,
γιον τρέμει το καρκιόφυλλον, λαού τζιυνηημένου.

Έσιει τους γιούες τους εννιά, ούλλοι καμαροστύλια!
Φορούσιν βράτζιες προσιαστές, την στράταν τζιαι σαρίζουν,
τζιαι φέσιν γρουσοκλώσιαστον, πάνω στην τζιεφαλήν τους!
Πλουμιά πρωτοφανούσιμα, έχουσιν στο γελέκκιν,
τζιαι κότσιηνα τζιαι πράσινα στο μαύρον το βελούδον,
πον κεντημένα όμορφα, στο σιέριν με βελόνιν!
Φορούσιν τζιαι στην κόξαν τους, σπαθίν μεσ’ στο θηκάριν,
που ‘σιει πλουμιά ολόγρουσα τζιαι μαρκαριταρένα!

(Αφιερώνω το ποίημα μου αυτό στον Χαράλαμπο Κουμή που τόλμησε τον Γυρισμό. Το αφιερώνω επίσης σε όλο τον Απόδημο Ελληνισμό και ιδιαίτερα στους Κύπριους που γύρισαν στην πατρίδα και τους έδιωξε ξανά ο τουρκικός Αττίλας με την Εισβολή, το Καλοκαίρι του 1974…)


Χελιδόνι,
που σε νανούρισε στο Βόρειο Σέλας,
γλυκό τραγούδι γυρισμού.
Εσύ, που χόρεψες στον πάγο,
με τα φλαμίνγκο και τους πιγκουίνους
χορούς τρελούς λαχταριστούς,
όταν μακρύναν τα φτερά σου,
τ’ άνοιξες για τον Νοτιά,
καημός αγιάτρευτος της μάνας,
του κύρη πόθος του κρυφός.

Στην μικρή κοινωνία του Πραστειού Μεσαορίας των περασμένων αιώνων, όπως συνέβαινε και στις υπόλοιπες κοινωνίες της Κύπρου, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις και οι λαϊκές δοξασίες διατηρούσαν κεντρική θέση στη καθημερινότητα των ανθρώπων ενώ αποκτούσαν ιδιαίτερη σημασία σε γιορτές και σημαντικές κοινωνικές εκδηλώσεις. Στις ιστορίες που καταγράφονται από την εποχή, τα γεγονότα αναμιγνύονται με μυστικισμό για να έχουμε σήμερα αφηγήσεις όπου ο θρύλος στέκεται χέρι-με-χέρι με την ιστορία και τις παραδόσεις του τόπου. Τα θαύματα των αγίων είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Διαβάστε στην συνέχεια αφηγήσεις που συνέλεξα από Πραστίτες για θαύματα του Άγιου Γεωργίου, αρχικά εκείνα που απεικονίζονται στην εικόνα του και στην συνέχεια θαύματα σε Πραστίτες καθώς και σε ένα Περιστερωνίτη.

Σου στέλλω χαιρετίσματα, με κάθε χελιδόνι,
Όπου την Άνοιξη περνά, σπαθίζει τον αέρα
και στον Βορρά βιαστικά, διαβαίνει κι αλαργεύει.
Κάθε γοργόφτερο πουλί, μηνύματα φορτώνω,
φιλιά και χαιρετίσματα, να ‘ρθει να σου τα φέρει.
Σου στέλλω χαιρετίσματα μα ‘συ δεν μ’ απαντάς.
Ποιο να ‘ναι το παράπονο που κρύβεις στην καρδιά;

Στείλε δυο λόγια γιόκα μου, δεν θέλω παραπάνω,
να μ’ απαλύνεις τον καημό που μέσα μου με σφάζει,
να ξέρω η δόλια ότι ζεις. Αυτό μόνο μου φτάνει.
Μ’ αν βρεις μολύβι και χαρτί και γράψεις παραπάνω,
πες μου, την μέρα που γυρνάς; Που πας και που διαβαίνεις;
Κι όταν βραδιάσει ο Θεός, ποια πόρτα σε προσμένει;
Τι μαγειρεύεις και δειπνάς, που στρώνεις και κοιμάσαι;

Άγιος Γεώργιος Δρακοντοκτόνος

(Καραολής και Δημητρίου)

Ξημέρωσε η 10η  Μαΐου 1956, ημέρα των γενεθλίων μου. Δεν ήταν όμως όπως όλα τα άλλα μου γενέθλια που προσδοκούσα χαρούμενη να πάρω ευχές και κανένα σελίνι, ως δώρο, από στενούς συγγενείς. Ήταν ένα πολύ θλιβερό πρωινό που όλοι οι μεγάλοι περίμεναν να ακούσουν από τις ειδήσεις αν το αίτημα προς την Βασίλισσα της Μεγάλης Βρετανίας Ελισάβετ, για απονομή χάριτος στους δύο καταδικασθέντες στην εσχάτη των ποινών, Μιχαήλ Καραολή κι Ανδρέα Δημητρίου, είχε μια θετική ανταπόκριση.

Το προηγούμενο βράδυ, την ώρα του δείπνου, η μητέρα μου έλεγε στον πατέρα μου, όπως κάθε βράδυ, την σύνοψη των ειδήσεων που κατόρθωνε να διαβάσει από την εφημερίδα, παρά τις αμέτρητες δουλειές της με μια οικογένεια από 9 άτομα, 6 εμείς τα παιδιά, δύο οι γονείς μου και μια η γιαγιά μου Αναστασία, μητέρα του πατέρα μου, σε βαθύ γήρας που η μάνα μου την φρόντιζε με μεγάλη αφοσίωση και αγάπη. Ο πατέρας μου δεν εύρισκε καθόλου χρόνο να μελετήσει ο ίδιος την εφημερίδα, αφού έφευγε από το σπίτι μας, με τα βόδια του, πριν ακόμα να χαράξει το φως της Αυγής και επέστρεφε όταν ο ουρανός είχε ήδη στολιστεί από αρκετά άστρα. Βασιζόταν λοιπόν στις ειδήσεις που άκουγε στο καφενείο όπου πήγαινε για λίγη ώρα πριν από το δείπνο και στην μητέρα μου, για την ενημέρωση του. Μεταξύ των λίγων ιδιωτών του χωριού που αγόραζαν τότε εφημερίδα, συγκαταλεγόταν και η μητέρα μου. Κυρίαρχο λοιπόν θέμα την ώρα του δείπνου μας εκείνο το βράδυ, ήταν η ικεσία προς την βασίλισσα Ελισάβετ για απονομή χάριτος στους δύο καταδικασθέντες. Αν και παιδί τότε, εγώ άκουγα την κάθε της λέξη, γιατί έλεγε πάντα σημαντικά πράγματα.

Γλυκό αεράκι που μοσχοβολά
λεμονανθούς της Αμμοχώστου και της Μόρφου.
Χρυσά στάχυα της Μεσαριάς,
ψηλές βουνοκορφές στα πράσινα και στα μενεξεδιά.

Δαντελωτό ακρογιάλι ολόγυρα,
που σε φιλά νύχτα και μέρα,
ζεστό το κύμα της Μεσογείου.
Πανώρια Αφροδίτη, αισθαντική και παιγνιδιάρα,
ξεμυαλισμένη, σαγηνεύτρα.

(Αφιέρωμα τιμής στον ήρωα του Απελευθερωτικού Αγώνα της Κύπρου 1955- 1959, Χαράλαμπο Μούσκο).

Χαράλαμπε μου τέκνον μου και γιε μονάκριβε μου,
Στα σπλάχνα σαν σε κράταγα, Ρήγα σε τραγουδούσα,
Να διαφεντεύεις τη χαρά, τες λύπες να σκορπίζεις.
Σε έκραζα αετόπουλο, λιγνοκυπάρισσο μου,
Ν’ ανοίγεις τες φτερούγες σου, στα όρη ν’ ανεβαίνεις
Και στην ψηλότερη κορφή να χτίσεις την φωλιά σου,
Να έχεις μέσα πέρδικα, την κόρη π’ αγαπούσες,
Να ’χεις και αετόπουλα, κύρη τους να σε κράζουν,
Να σε θωρώ να χαίρομαι, ν’ ανθίζει η καρδιά μου.