Το παρόν έργο συνιστά προϊόν ποιοτικής έρευνας στο οποίο χρησιμοποιήθηκε πολλαπλή μεθοδολογία στην συλλογή στοιχείων.

Εμπεριέχει επίσης τις προσωπικές παρατηρήσεις της ίδιας της ερευνήτριας η οποία, ως μέλος της κοινότητας του Πραστειού, είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει ή και να συμμετάσχει σε πλήθος από τις διεργασίες που περιγράφονται, την πλειοψηφία των οποίων την σάρωσε η έλευση της τεχνολογίας. Σκοπός της συγγραφέως είναι όπως, μέσα από την περιγραφή των ποικίλων διεργασιών, που κάνει στο βιβλίο της αυτό, να συμβάλει στην διάσωση των διεργασιών αυτών, έστω και ως ανάμνηση ενός πλούσιου λαϊκού πολιτισμού.

Στέκεις ολόρθος, Διάκο εσύ,
κι αγέρωχα κοιτάζεις,
τα κορφοβούνια γύρω σου,
και τα θολά ποτάμια,
με τα μαλλιά κυματιστά,
στους ώμους σου ριγμένα,
να δέρνει τ’ απριλιάτικο,
το δροσερό αεράκι!

Διάκο,
η Πόλη, τ’ Αϊβαλί, η Σαλαμίνα της Κύπρου,
τ’ αδιέξοδα της Φυλής,
συνάχτηκαν όλα στο δεξί σου χέρι,
με το μοιρασμένο σπαθί…
Άδεια η λιγνή σου κόξα,
από άρματα κι από βόλι… 

Στο χειμερινό ανάκτορο των τσάρων στην Αγία Πετρούπολη

Ο τάφος του Αλέξανδρου Νιέφσκι φιλοξενείται στην Αίθουσα Συναυλιών του Χειμερινού Ανακτόρου των τσάρων στην Αγία Πετρούπολη (Doprovolsky, 2007,  σελ. 42- 43). Η αίθουσα αυτή είναι εξ ολοκλήρου σε λευκό χρώμα. Οι κίονες, τα κορινθιακά κιονόκρανα, τα γλυπτά, είναι όλα από κατάλευκο μάρμαρο που δημιουργεί την αίσθηση ενός αγνού μεγαλείου! Παραπέμπει προφανώς στην προσωπικότητα του Αλέξανδρου Νιέφσκι, ο τάφος του οποίου φιλοξενείται σε αυτή την μεγαλόπρεπη και όμορφη αίθουσα.

Οι γυναίκες του Πραστειού ανέθεταν σε επαγγελματίες ράπτριες τα ενδύματα για πιο επίσημη χρήση, όπως εκείνα που φορούσαν στην εκκλησία, σε γιορτές και πανηγύρια, ποικίλες τελετές και δεξιώσεις, π.χ. βαφτίσεις, αρραβώνες και γάμους, εκδρομές και προσκυνήματα. 

Οι επαγγελματίες ράφταινες διακρίνονταν σε δύο κατηγορίες: εκείνες έμαθαν το επάγγελμα πρακτικά και αυτές που είχαν συστηματική εκπαίδευση.

(Αφιερωμένο με Αγάπη στον Ελληνισμό του Πόντου)

Σε μαλαματένια κασέλα κρυβόσου,
Πέρα από την άκρη του Πόντου,
Το Χρυσόμαλλο Δέρας σε φύλαγε
Από τα χιόνια και τον Βοριά.
Δεσμώτης στον Καύκασο,
Φωτοδότης Εσύ,
Θαμμένος στην Γη, σαν τον σπόρο του σιταριού,
Ξεπετάχτηκες, με την πρώτη ακτίνα του ήλιου!

Η αγάπη μας απέραντη
σαν τον πλατύ τον κάμπο
της Μεσαορίας.

Τα όνειρα μας
μεστωμένα
σαν στάχυα του Μάη.

(Αφιερώνω το ποίημα μου αυτό στον άγνωστο νεκρό της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974, που πέθανε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, μέσα στα χέρια μου) 

Με τι δάκρυα να σε κλάψω παλικάρι μου, 
Που τα μάτια κι η καρδιά μου στέγνωσαν, 
Από τον πόνο και τον καημό! 

«Σ’ αγαπώ», μου ψιθύρισες
τρυφερά στ’ αυτί
και με κράτησες
σφικτά στην αγκαλιά σου.

«Σου μιλώ
και στο κορμί της γης
ανοίγονται άστρα
με φεγγαρόφωτο
και στην καρδιά της
χειμώνα σκορπίζουν
τα δικά της αισθήματα.

(«Ει τις θέλει πρώτος είναι, έσται πάντων έσχατος,
και πάντων διάκονος» Κατά Μάρκον, θ’ 35).

Μη με σκοτώνεις, γιε του Πηλέα ένδοξε,
με μάνα σου την Θέτιδα, την κοσμοξακουσμένη,
και της γενιάς σου ρίζα δυνατή, ο τρισμεγάλος Δίας!
Ελέα με, τι είμαι παιδί, στην όμορφη μου νιότη,
Κανένα εγώ δεν έβλαψα, ποτέ εις την ζωή μου.
Με καρτερά η μάνα μου κι ο κύρης να γυρίσω,
γέρος σοφός, ο Πρίαμος, κι η φρόνιμη Εκάβη,
εις τα βαθιά τους γηρατειά να μ’ έχουν αποκούμπι,
Αφού εσύ θανάτωσες πολλά απ’ τα παιδιά τους.
Μη μου τρυπήσεις γοργοπόδαρε, με το χαλκό κοντάρι
τα σπλάχνα και στου Άδη στείλεις με τα μουχλιασμένα κάστρα.
Λυπήσου την γυναίκα μου, τ’ αγέννητο παιδί μου,
Σπλαχνίσου μας λιοντόκαρδε και δείξε καλοσύνη,
Τι γέμισες τον Σκάμανδρο κουφάρια από νέους
Και τα θολά του τα νερά κοκκίνισες με γαίμα.
Την περισσή την δύναμη που σούβαλε ο Δίας,
Στα χέρια και στα πόδια σου, ο νεφελοστοιβάχτης,
Μην το θαρρείς σ’ την έδωσε εσύ για να σκοτώνεις,
Με το βαρύ το χέρι σου, το δίστομο σπαθί σου,
Που το σηκώνεις δίχως έλεος σε κεφαλές και σπλάχνα
Νέων ανδρών που έστειλε η δοξασμένη Τροία,
Γλυκιά πατρίδα μας εμάς, που εσείς ήρθατε ξένοι,
Και να πατήσετε ζητάς τα υψηλά της κάστρα.

(Αφιέρωμα στους Αγνοούμενους της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, το 1974)

Έκοψες το ψωμί το ζεστό που μόλις είχα βγάλει από τον φούρνο,
Πήρες ένα κομμάτι και το δάγκωσες, δεν είχες μπουκώσει* ακόμα.
«Τι γλυκό το ψωμί σου, μάνα», μου είπες
Και έκανες κατά το κάγκελο του σπιτιού μας.
Άφησα κάτω το φουρνόφτυαρο κι ας ήταν γεμάτος ο φούρνος ψωμιά.
Έτρεξα πίσω σου και σε πρόλαβα, εκεί στο κάγκελο
Και σε φύλησα ξανά.
Εσύ έφυγες, κι εγώ, εκεί στο κάγκελο,
Να σε κοιτώ που δάγκωνες το ζεστό ψωμί,
Σαν προχωρούσες με μεγάλες δρασκελιές.
Σε είδα που άνοιξες την πόρτα του λεωφορείου,
Στην άκρη του δρόμου,
Εκεί στην πλαταιΐτσα της γειτονιάς μας.
Στο λεωφορείο που σε περίμενε.
Σε περίμενε, ένα λεωφορείο γεμάτο νέα παιδιά,
Τα παιδιά της γειτονιάς μας,
Τα παιδιά του χωριού μας.
Με ένα μουγκρητό ξεκίνησε το λεωφορείο,
Θα πηγαίνατε στην Κερύνεια, εκείνο το πρωί του Αλωνάρη,
Ανήμερα του Προφήτη Ηλία,
Μου είχες πει.
Σου έγνεψα με το χέρι μου και σου είπα,
«Στο καλό παιδί μου!»
Ανταπέδωσες τον χαιρετισμό μου,
Από το παράθυρο του λεωφορείου,
Μου κούνησες το χέρι, με το κομμάτι το ψωμί στην χούφτα…