(Ομήρου Οδύσσεια, Ραψωδία λ, στίχοι 134-144, σε Ελεύθερη Μετάφραση Βαλεντίνης Αναστασίοου)

134 Σαν τους σκοτώσεις με χαλκό που κόβει, τροχισμένος,
Είτε με δόλο την ψυχή, εσύ τους αφαιρέσεις,
Είτε και ολοφάνερα τους στείλεις εις τον Άδη,
Πάρε στο χέρι σου κουπί, ένα να του αρμόζει,

135 και κίνησε για μακρινούς τόπους που δεν ξανάδες
Γι’ ανθρώπους που την θάλασσα δεν έχουν αντικρύσει,
Ποτέ, την κυματόλουστη κι όλο αφρούς γεμάτη.
Που αλάτι αυτοί δεν ξέρουνε να ρίξουν στο φαΐ τους,
Ούτε τα πλοία γνώρισαν, τα ομορφοβαμμένα,
Τα μάγουλα τους κόκκινα σαν κοπελιάς κι εκείνα,
Ή τα κουπιά τους τα καλά που γίνονται φτερούγες,
Των καραβιών των καλοτάξιδων, σαν σχίζουν τα πελάγη.
Κι άλλο σημάδι θα σου πω, καθάριο, μην ξεχάσεις,

Βραδυάζει και όπου νάναι θα σημάνουν οι καμπάνες της Ανάστασης.
Κι εγώ στη γραμμή από το χάραμα, περιμένω να δρασκελίσω τ’ οδόφραγμα,
χωρίς προσφάι, λίγο μόνο ψωμί και νερό,
η τελευταία ημέρα των νηστειών…

Κάνω το σταυρό μου, σαν να μπαίνω σε εκκλησιά,
την ώρα που περνώ την Πράσινη Γραμμή.
Λήδρα, σαράντα χρόνια να σε δω,
μην είναι όνειρο ή ειν’ αλήθεια ότι διαβαίνω τώρα τους δρόμους σου,
κι από παντού χέρια ανυψωμένα
και χαιρετούν «καλωσορίσατε», χόσκελτιν…

(Αφιέρωμα στους Αγνοούμενους της Κύπρου)

Ήρθες καταμεσήμερο,
στην κάψα τ’ Αλωνάρη
και μου ‘πες: «Μάνα έχε γεια,
πάω να πολεμήσω,
για της πατρίδας την τιμή
και την Ελευθερία».

Η 26η Οκτωβρίου, ημέρα γιορτής του πολιούχου αγίου της Θεσσαλονίκης, υπήρξε και ημέρα απελευθέρωσης της!

Το ποίημα μου «Άφησες το Υνί» συνιστά το δικό μου ταπεινό κλωνάρι τιμής, στην μνήμη των Κυπρίων εθελοντών που συνέδραμαν το έθνος, με την συμμετοχή τους στους Βαλκανικούς Πολέμους και στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μεταξύ των εθελοντών συγκαταλεγόταν και ο Χρήστος Χατζηγεωργίου, ελεύθερο παλικάρι τότε, αδελφός του παππού μου Χατζηστερκώτη. Είναι η δική του συμμετοχή που μου ενέπνευσε το ποίημα μου αυτό, συγκινημένη από το γεγονός ότι ένας αγρότης από την Κύπρο, την εδαφική εσχατιά του Ελληνισμού, θέλησε να πολεμήσει, μαζί με τους Ελλαδίτες αδελφούς, για την Ελευθερία της Μακεδονίας. Μιλώντας κάποτε με ένα από τα παιδιά του αείμνηστου αυτού Μακεδονομάχου, μου είπε ότι ο αγωνιστής αυτός είχε στο ράφι του δωματίου του έργα της κλασσικής λογοτεχνίας και τα μελετούσε. Η πληροφορία αυτή δεν με εξέπληξε, αφού και η δική μου μητέρα, στον ανύπαρκτο χρόνο της «δημιουργούσε «χρόνο» και μελετούσε συγγράμματα της Βυζαντινής αλλά και αρχαιότερης περιόδου. Δεν είχαμε εμείς βιβλιοθήκη δική μας, γι’ αυτό και η μητέρα μου δανειζόταν τα βιβλία που διάβαζε από τον γείτονα μας Παντελή Μελά. Την εκτενή ελληνομάθεια της μητέρας μου την μαρτυρούσε και η γλώσσα της. Ήταν μια κυπριακή εκδοχή της γλώσσας του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη που συνίστατο από αρχαίες λέξεις και φράσεις, βυζαντινές, εκκλησιαστικές, λόγιες καθώς και ένα πλούτο κυπριακών λέξεων στην αυθεντικότερη τους μορφή.

(Αφιέρωμα τιμής στους Κύπριους που σε στιγμές κρίσιμες για τον Ελληνισμό, άφησαν το άροτρο και το δρεπάνι και έτρεξαν να συμμετάσχουν στους αγώνες για την σωτηρία του Έθνους)

Ούλλοι οι κλέφτες σσιύφκουσιν τζιαι οι καπεταναίοι
Τζιαι του φιλούν σεβάσμια το άγιον του σιέριν.
Μα έναν μισοκόπελλον, ψηλόν σαν τζιυπαρίσσιν,
Κατσαρομάλλιν, όμορφον, μανιέρα του το φέσιν,
Που ‘σιει ζαβά στην τζιεφαλήν, πρεπός1 εις την νεότην,
Εν του φιλά το σιέριν του, του γέρου του Δεσπότη.
Μόνον του τζιείνον σιαιρετά, ίσιον, καπαρτισμένον,
που κα’ στο σσιος του πλατανιού, πουν ούλλοι συναμένοι
τζιαι σάζει τ’ αλαβρόν σπαθίν, εις την λεγνήν του κόξαν,
με ζώστραν γρουσοκλώσιαστην, που πα’ στην μαύρην βράκαν,
γελέκκιν ολοκέντητον, ποΐνες τομαρένες,
να τρίζουν οι προκκούες τους, ν’ ακούουν οι κορούες.
Μαλλώννει του ο τζιύρης του, θυμώννει του ο κλέφτης:

Στο χειμερινό ανάκτορο των τσάρων στην Αγία Πετρούπολη

Ο τάφος του Αλέξανδρου Νιέφσκι φιλοξενείται στην Αίθουσα Συναυλιών του Χειμερινού Ανακτόρου των τσάρων στην Αγία Πετρούπολη (Doprovolsky, 2007,  σελ. 42- 43). Η αίθουσα αυτή είναι εξ ολοκλήρου σε λευκό χρώμα. Οι κίονες, τα κορινθιακά κιονόκρανα, τα γλυπτά, είναι όλα από κατάλευκο μάρμαρο που δημιουργεί την αίσθηση ενός αγνού μεγαλείου! Παραπέμπει προφανώς στην προσωπικότητα του Αλέξανδρου Νιέφσκι, ο τάφος του οποίου φιλοξενείται σε αυτή την μεγαλόπρεπη και όμορφη αίθουσα.

Μια γλάστρα με βασιλικό,
σε τούτη εδώ τη χώρα,
με τα ψηλά τα σπίτια της,
τους παγωμένους δρόμους!
Τι θέλει εδώ και τι γυρεύει;

Ξενιτεμένη μοιάζει
και προσπαθεί,
να ζεσταθεί απ’ τα χνώτα,
εκείνων π’ άφησαν μιαν άλλη γη,
πιο φωτεινή και γαλανή.

(«Ει τις θέλει πρώτος είναι, έσται πάντων έσχατος,
και πάντων διάκονος» Κατά Μάρκον, θ’ 35).

Μη με σκοτώνεις, γιε του Πηλέα ένδοξε,
με μάνα σου την Θέτιδα, την κοσμοξακουσμένη,
και της γενιάς σου ρίζα δυνατή, ο τρισμεγάλος Δίας!
Ελέα με, τι είμαι παιδί, στην όμορφη μου νιότη,
Κανένα εγώ δεν έβλαψα, ποτέ εις την ζωή μου.
Με καρτερά η μάνα μου κι ο κύρης να γυρίσω,
γέρος σοφός, ο Πρίαμος, κι η φρόνιμη Εκάβη,
εις τα βαθιά τους γηρατειά να μ’ έχουν αποκούμπι,
Αφού εσύ θανάτωσες πολλά απ’ τα παιδιά τους.
Μη μου τρυπήσεις γοργοπόδαρε, με το χαλκό κοντάρι
τα σπλάχνα και στου Άδη στείλεις με τα μουχλιασμένα κάστρα.
Λυπήσου την γυναίκα μου, τ’ αγέννητο παιδί μου,
Σπλαχνίσου μας λιοντόκαρδε και δείξε καλοσύνη,
Τι γέμισες τον Σκάμανδρο κουφάρια από νέους
Και τα θολά του τα νερά κοκκίνισες με γαίμα.
Την περισσή την δύναμη που σούβαλε ο Δίας,
Στα χέρια και στα πόδια σου, ο νεφελοστοιβάχτης,
Μην το θαρρείς σ’ την έδωσε εσύ για να σκοτώνεις,
Με το βαρύ το χέρι σου, το δίστομο σπαθί σου,
Που το σηκώνεις δίχως έλεος σε κεφαλές και σπλάχνα
Νέων ανδρών που έστειλε η δοξασμένη Τροία,
Γλυκιά πατρίδα μας εμάς, που εσείς ήρθατε ξένοι,
Και να πατήσετε ζητάς τα υψηλά της κάστρα.

Αγαπημένε μας Δημήτρη,

Στέκομαι, με σεβασμό και μεγάλη συγκίνηση, μπροστά στο λεβέντικο κορμί σου, άψυχο τώρα μέσα στο νεκροκρέβατο και υποκλίνομαι ταπεινά στα πάθη σου, στο εξαίρετο ήθος σου και στον ηρωισμό σου. Υποκλίνομαι στον ήρωα του Πενταδακτύλου.

Άγιος Γεώργιος Δρακοντοκτόνος

(Καραολής και Δημητρίου)

Ξημέρωσε η 10η  Μαΐου 1956, ημέρα των γενεθλίων μου. Δεν ήταν όμως όπως όλα τα άλλα μου γενέθλια που προσδοκούσα χαρούμενη να πάρω ευχές και κανένα σελίνι, ως δώρο, από στενούς συγγενείς. Ήταν ένα πολύ θλιβερό πρωινό που όλοι οι μεγάλοι περίμεναν να ακούσουν από τις ειδήσεις αν το αίτημα προς την Βασίλισσα της Μεγάλης Βρετανίας Ελισάβετ, για απονομή χάριτος στους δύο καταδικασθέντες στην εσχάτη των ποινών, Μιχαήλ Καραολή κι Ανδρέα Δημητρίου, είχε μια θετική ανταπόκριση.

Το προηγούμενο βράδυ, την ώρα του δείπνου, η μητέρα μου έλεγε στον πατέρα μου, όπως κάθε βράδυ, την σύνοψη των ειδήσεων που κατόρθωνε να διαβάσει από την εφημερίδα, παρά τις αμέτρητες δουλειές της με μια οικογένεια από 9 άτομα, 6 εμείς τα παιδιά, δύο οι γονείς μου και μια η γιαγιά μου Αναστασία, μητέρα του πατέρα μου, σε βαθύ γήρας που η μάνα μου την φρόντιζε με μεγάλη αφοσίωση και αγάπη. Ο πατέρας μου δεν εύρισκε καθόλου χρόνο να μελετήσει ο ίδιος την εφημερίδα, αφού έφευγε από το σπίτι μας, με τα βόδια του, πριν ακόμα να χαράξει το φως της Αυγής και επέστρεφε όταν ο ουρανός είχε ήδη στολιστεί από αρκετά άστρα. Βασιζόταν λοιπόν στις ειδήσεις που άκουγε στο καφενείο όπου πήγαινε για λίγη ώρα πριν από το δείπνο και στην μητέρα μου, για την ενημέρωση του. Μεταξύ των λίγων ιδιωτών του χωριού που αγόραζαν τότε εφημερίδα, συγκαταλεγόταν και η μητέρα μου. Κυρίαρχο λοιπόν θέμα την ώρα του δείπνου μας εκείνο το βράδυ, ήταν η ικεσία προς την βασίλισσα Ελισάβετ για απονομή χάριτος στους δύο καταδικασθέντες. Αν και παιδί τότε, εγώ άκουγα την κάθε της λέξη, γιατί έλεγε πάντα σημαντικά πράγματα.