Ο βασιλιάς μας ο καλός, ο Ρήγας τούντου τόπου,
που ζιει στα κάστρη τα ψηλά, τα εκατόν τα σπίθκια,
τον προσσιυνούν τζιαι τον τιμούν, οι λας όπου θκιαβαίννει,
οι σκούντροι του τον τρέμουσιν, τζιείνον τζιαι το σπαθίν του,
γιον τρέμει το καρκιόφυλλον, λαού τζιυνηημένου.

Έσιει τους γιούες τους εννιά, ούλλοι καμαροστύλια!
Φορούσιν βράτζιες προσιαστές, την στράταν τζιαι σαρίζουν,
τζιαι φέσιν γρουσοκλώσιαστον, πάνω στην τζιεφαλήν τους!
Πλουμιά πρωτοφανούσιμα, έχουσιν στο γελέκκιν,
τζιαι κότσιηνα τζιαι πράσινα στο μαύρον το βελούδον,
πον κεντημένα όμορφα, στο σιέριν με βελόνιν!
Φορούσιν τζιαι στην κόξαν τους, σπαθίν μεσ’ στο θηκάριν,
που ‘σιει πλουμιά ολόγρουσα τζιαι μαρκαριταρένα!

Φτωχέ Χριστέ,
Που μοίρασες τα πέντε σου ψωμιά
Και διαμέλισες τα δυο σου ψάρια,
Χόρτασες μ’ αυτά τα πλήθη
Και ζέστανες, τις παγωμένες τους ψυχές.

Εσύ, που τον χιτώνα σου,
Τον έπαιξαν στα ζάρια,
Όταν γυμνός κρεμόσουν στον σταυρό,
Θυμάμαι που είπες
Κάτω απ’ τον ίσκιο μιας ελιάς,
Πως για να γίνει βασιλιάς,
Δεν το χρειάζεται ο άνθρωπος το στέμμα.
Είπες, οδοιπόρε της αιωνιότητας,
Πως βασιλιάς είναι αυτός
Που από τα δυο του πουκάμισα,
Χάρισε το ένα,
Που μέτρησε την αγάπη
Με την προσφορά,
Που αγάπησε τον διπλανό
Ίσα με τον εαυτό του.

Άγιος Γεώργιος Δρακοντοκτόνος
 
Άγιος Γεώργιος Δρακοντοκτόνος
Έργο Βαλεντίνης Αναστασίου

Διαστάσεις εικόνας 59 x 40.5 εκατοστά
Πληροφορίες για την εικόνα

Ο Άγιος Γεώργιος κατείχε μια πολύ ξεχωριστή θέση στις καρδιές και στην σκέψη των κατοίκων του κατεχόμενου τώρα Πραστειού Μεσαορίας. Οι αφηγήσεις τους τον δείχνουν υπεράνω όλων των άλλων αγίων, λίγο πιο κάτω από την Παναγία! Ήταν μια ζωντανή ύπαρξη, μια οντότητα που παρέμβαινε και βοηθούσε κάθε φορά που ένας άνθρωπος του απηύθυνε μια ικεσία για βοήθεια. Ανάμεσα στους πολλούς θρύλους που αφηγούνταν οι παλαιότεροι, κυρίαρχοι ήταν εκείνοι που αναφέρονταν στον Άγιο μας, όπως και ο πιο κάτω:

Οι γείτονες της περικαλλούς εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου, στο κέντρο του χωριού μαρτυρούσαν ότι άκουγαν τα πέταλα του αλόγου του που ξεκινούσαν από την μεγάλη, φορητή εικόνα του στον βόρειο τοίχο, δίπλα από το εικονοστάσι. Προχωρούσαν προς την βόρεια πόρτα, η οποία άνοιγε με ένα ισχυρό θόρυβο! Ήξεραν τότε ότι ο Άγιος έφυγε για κάποιο θαύμα και έμεναν άγρυπνοι, αναμένοντας την επιστροφή του. Σε κάποια στιγμή, στα βάθη της νύχτας, τα πέταλα του αλόγου ακούγονταν να χτυπούν ξανά στον δρόμο, η βόρεια πόρτα της εκκλησίας ξανάνοιγε με τον ίδιο θόρυβο και τα πέταλα προχωρούσαν προς την εικόνα του βόρειου τοίχου και εκεί έσβηναν… Είχαν την σίγουρη μαρτυρία ότι ο Άγιος επέστρεψε από κάποιο θαύμα, γεγονός που αφηγούνταν στους υπόλοιπους συγχωριανούς, με το πρώτο φως του ήλιου!

Τρανέ, Πορφυρογέννητε Δεσπότη,
Παράτα κάτω το σουβλί!
Στον Θεό που λατρεύουμε κι οι δυο,
Φύλαξε το στα κάστρα τα δικά σου,
Τούτο δεν είναι γι’ ανθρώπου σάρκα,
Είναι για της Λαμπρής το πανηγύρι.

Αύγουστε! Μη μας σουβλίζεις ζωντανούς,
Είν’ αρκετή για μας η θράκα της ζωής.
Ήλιε, μη μας τυφλώνεις.
Θα πεθάνουμε Ήλιε,
Θα πεθάνουμε
Κι εμείς κι εσύ.
Εμείς θα ξαποστάσουμε
Στον ίσκιο μιας ανεμώνης,
Εσύ που θα βρεις αναπαμό,
Που θα βρεις λύτρωση;

Στην μικρή κοινωνία του Πραστειού Μεσαορίας των περασμένων αιώνων, όπως συνέβαινε και στις υπόλοιπες κοινωνίες της Κύπρου, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις και οι λαϊκές δοξασίες διατηρούσαν κεντρική θέση στη καθημερινότητα των ανθρώπων ενώ αποκτούσαν ιδιαίτερη σημασία σε γιορτές και σημαντικές κοινωνικές εκδηλώσεις. Στις ιστορίες που καταγράφονται από την εποχή, τα γεγονότα αναμιγνύονται με μυστικισμό για να έχουμε σήμερα αφηγήσεις όπου ο θρύλος στέκεται χέρι-με-χέρι με την ιστορία και τις παραδόσεις του τόπου. Τα θαύματα των αγίων είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Διαβάστε στην συνέχεια αφηγήσεις που συνέλεξα από Πραστίτες για θαύματα του Άγιου Γεωργίου, αρχικά εκείνα που απεικονίζονται στην εικόνα του και στην συνέχεια θαύματα σε Πραστίτες καθώς και σε ένα Περιστερωνίτη.

(Αφιέρωμα στον Νικόλαο Πρατούν και σε όλους τους άλλους Πόντιους που βρήκαν
στερνό απαμό στην γη της Κύπρου μας η οποία τους καλοδέχτηκε στην αγκαλιά της, σαν δικά της παιδιά).


Ποιος άνεμος και ποιος Βοριάς, φύσηξε παγωμένος,
Και σ’ έφερε εδώ, στην Γη της Αφροδίτης,
Εσέ, παιδί του Πόντου, με τα ψηλά βουνά τ’ απάτητα.
Και τα φαράγγια τα βαθιά,
την Μαύρη Θάλασσα ολόγυρα, την αφρισμένη.
Σαν γνώριμο από παλιά,
σε είδε, που χόρευες σκυφτός, με κοντοβράκι,
και με μαντήλι στα μαλλιά σου μαύρο,
τα χέρια σου πιασμένα στην σειρά, μ’ άλλους,
λεβέντες σαν κι εσένα,
και τα φυσέκια σταυρωτά στο στήθος σας.

Σου στέλλω χαιρετίσματα, με κάθε χελιδόνι,
Όπου την Άνοιξη περνά, σπαθίζει τον αέρα
και στον Βορρά βιαστικά, διαβαίνει κι αλαργεύει.
Κάθε γοργόφτερο πουλί, μηνύματα φορτώνω,
φιλιά και χαιρετίσματα, να ‘ρθει να σου τα φέρει.
Σου στέλλω χαιρετίσματα μα ‘συ δεν μ’ απαντάς.
Ποιο να ‘ναι το παράπονο που κρύβεις στην καρδιά;

Στείλε δυο λόγια γιόκα μου, δεν θέλω παραπάνω,
να μ’ απαλύνεις τον καημό που μέσα μου με σφάζει,
να ξέρω η δόλια ότι ζεις. Αυτό μόνο μου φτάνει.
Μ’ αν βρεις μολύβι και χαρτί και γράψεις παραπάνω,
πες μου, την μέρα που γυρνάς; Που πας και που διαβαίνεις;
Κι όταν βραδιάσει ο Θεός, ποια πόρτα σε προσμένει;
Τι μαγειρεύεις και δειπνάς, που στρώνεις και κοιμάσαι;

Μετά από αρκετό δισταγμό πείσθηκε τελικά η Ειρήνη και έμεινε να πάρουμε μαζί το αναστάσιμο γεύμα μας. Είχε φέρει άφθονα, καλομαγειρεμένα φαγητά, αποδεικνύοντας και το χάρισμα της στην μαγειρική. Έφερε λοιπόν αρνί κλέφτικο, με πατάτες και ολόσωστα κρεμμύδια τυλιγμένα μαζί με το αρνί. Ως συνοδευτικά έφερε επίσης λαχανικά που ήταν κολοκύθα λαχανικό ήταν το σπανάκι με το αυγά. Το μόνο που έβαλα εγώ ήταν το γιαούρτι που μου το είχε φέρει κι αυτό η Ειρήνη την προηγούμενη μέρα, μαζί με τα υπόλοιπα ψώνια.

Ενώ τρώγαμε μιλούσαμε για διάφορα θέματα. Είπα στην Ειρήνη για το πόσο πολύ απόλαυσα όλες τις λειτουργίες της Αγίας Εβδομάδας, με αποκορύφωμα την θεία λειτουργία του Όρθρου της Αναστάσεως και τον Εσπερινό της Αγάπης, από το ιερό ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι της Κωνσταντινουπόλεως. Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος, ντυμένος την λαμπρή του στολή, όρθιος στον θρόνο του να ψάλλει και να του απαντά από απέναντι ο αριστερός ψάλτης με μια βαριά, βαρύτονη φωνή γεμάτη μελωδικότητα και κάλλος. Τον συνόδευαν δύο ισοκράτες που αναδείκνυαν ακόμα περισσότερο την δική του μοναδική φωνή. Μου θύμισε τον μακαριστό Ανδρέα Πακούλα, τον δεξιό ψάλτη του Πραστειού με την αξεπέραστη βαρύτονη φωνή του. Χωρίς μικρόφωνο πλημμύριζε τον περικαλλή ναό του Αγίου Γεωργίου μας, με την μελωδικότητα και τον ενθουσιασμό με τον οποίο έψαλλε τους αναστάσιμους ύμνους. Η απόδοση των ύμνων αυτών από τον μακαριστό Πακούλα ήταν μεγαλειώδης.

Το παρόν έργο συνιστά προϊόν ποιοτικής έρευνας στο οποίο χρησιμοποιήθηκε πολλαπλή μεθοδολογία στην συλλογή στοιχείων.

Εμπεριέχει επίσης τις προσωπικές παρατηρήσεις της ίδιας της ερευνήτριας η οποία, ως μέλος της κοινότητας του Πραστειού, είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει ή και να συμμετάσχει σε πλήθος από τις διεργασίες που περιγράφονται, την πλειοψηφία των οποίων την σάρωσε η έλευση της τεχνολογίας. Σκοπός της συγγραφέως είναι όπως, μέσα από την περιγραφή των ποικίλων διεργασιών, που κάνει στο βιβλίο της αυτό, να συμβάλει στην διάσωση των διεργασιών αυτών, έστω και ως ανάμνηση ενός πλούσιου λαϊκού πολιτισμού.

Είδα στις 9 Ιουλίου το βράδυ, στο Σκαλί Αγλαντζιάς, το έργο του αρχαίου τραγικού ποιητή Ευριπίδη «Μήδεια» το οποίο ερμήνευε ένας θίασος Ρώσσων ηθοποιών. Υπήρχαν υπότιτλοι στα Ελληνικά και Αγγλικά που βοηθούσαν τους θεατές να παρακολουθούν την πλοκή του έργου.

Στην μια από τις δύο καρέκλες που βρίσκονται πάνω στην σκηνή, κάθεται η Μήδεια, σε μια στάση αυτισμού που την δείχνει πλήρως απορροφημένη στον εαυτό της και στις σκέψεις της, χωρίς καμιά απολύτως επαφή με το περιβάλλον της. Με την έναρξη του έργου τα δύο παιδάκια της κάθονται μαζί στην δεύτερη καρέκλα και τραγουδούν για τα βάσανα της μητέρας τους…