ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το Πραστειό, όπως δηλώνει και μια από τις τοπικές παραδόσεις, οφείλει το όνομα του στην γειτνίαση του με την μεσαιωνική πόλη Σίγουρη, της οποίας θεωρήθηκε προάστειο. Όταν οι κάτοικοι της αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν ώστε να σωθούν από επιδρομές, σκορπίστηκαν στα γύρω χωριά και κάποιοι στο Πραστειό, τρία περίπου χιλιόμετρα βορειότερα της Σίγουρης.

Από τους αγίους, με εκκλησίες προς τιμή τους στην Σίγουρη, οι Πραστίτες αποφάσισαν να «φέρουν» στον νέο τους οικισμό τον Τροπαιοφόρο Άγιο Γεώργιο, επιλογή που δεν ξενίζει, δεδομένου ότι το Πραστειό, ως ένα κατ’ εξοχήν γεωργικό χωριό, στον μεγαλύτερο και γονιμότερο κάμπο της Κύπρου, ήθελε τον Άγιο Προστάτη της Γεωργίας. Του έκτισαν μεγαλόπρεπη εκκλησία, τον τιμούσαν με μεγάλη λαμπρότητα στις 23 Απριλίου και ζητούσαν την βοήθεια του για να διεκπεραιώσουν το τεράστιο, χρονοβόρο και κοπιώδες έργο του θερισμού με το δρεπάνι και τις υπόλοιπες διεργασίες, μέχρι που η ευλογημένη σοδειά να έπαιρνε την θέση της στον ασφαλή χώρο του «σέντε», της σιταποθήκης κάθε γεωργού.

Πολύχρωμα πουλιά της πατρίδας
που ζείτε μακριά της,
σ’ άλλα κλαδιά πυκνόφυλλα
και παγωμένες λίμνες.
Κλωσάτε τα πουλάκια σας
και δοκιμάζουν τα φτερά τους
στο Βελιγράδι με τον Υψηλάντη,
στην Οδυσσό με τον Σκουφά και τον Τσακάλωφ,
στο Μόντρεαλ και στο Σικάγο,
στο Σαντιάγο και στην Καμπέρα
και στους αφρούς της κάθε θάλασσας.

Και το κελάδημα πολύβοο,
πάντα θυμίζει κλαρίνο και ζουρνά,
βιολί και λαγούτο της Κύπρου.

Φτωχέ Χριστέ,
Που μοίρασες τα πέντε σου ψωμιά
Και διαμέλισες τα δυο σου ψάρια,
Χόρτασες μ’ αυτά τα πλήθη
Και ζέστανες, τις παγωμένες τους ψυχές.

Εσύ, που τον χιτώνα σου,
Τον έπαιξαν στα ζάρια,
Όταν γυμνός κρεμόσουν στον σταυρό,
Θυμάμαι που είπες
Κάτω απ’ τον ίσκιο μιας ελιάς,
Πως για να γίνει βασιλιάς,
Δεν το χρειάζεται ο άνθρωπος το στέμμα.
Είπες, οδοιπόρε της αιωνιότητας,
Πως βασιλιάς είναι αυτός
Που από τα δυο του πουκάμισα,
Χάρισε το ένα,
Που μέτρησε την αγάπη
Με την προσφορά,
Που αγάπησε τον διπλανό
Ίσα με τον εαυτό του.

Βάλε Αχιλλέα
Το  λαμπρό σου σπαθί στο θηκάρι του,
Λεβέντης εσύ
Κι ο Έκτορας όχι λιγότερο
Και των δυο η ζωή το ίδιο πολύτιμη,
Στις μάνες που σας γέννησαν
Γιοι ακριβοί.

Τα κονταροκτηπήματα,
Τους  σκοτωμούς αφήστε.
Καμιά Ελένης η ομορφιά και η τιμή,
Δεν είναι πιότερο ακριβή
Από τη νιότη σας
Και τη ζωή,
Στο γοργοτάξιδο του χρόνου διάβα,
Μοναδική...

Put up your bright sword Achilleus,
For the dew will rust it.
Handsome though you are,
You are no more so than Hector.
Both of your precious bloods,
Milked on the same breast of care,
But dead, oh invaluable sons,
How mother’s eyes shall tear the ground!

If hatred swallows your hearts,
Death shall dog your heels,
Until over your pride you trip,
Or under the chariot wheels,
As the beating wings of Fate
Blow the breath from your face.

Στην μικρή κοινωνία του Πραστειού Μεσαορίας των περασμένων αιώνων, όπως συνέβαινε και στις υπόλοιπες κοινωνίες της Κύπρου, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις και οι λαϊκές δοξασίες διατηρούσαν κεντρική θέση στη καθημερινότητα των ανθρώπων ενώ αποκτούσαν ιδιαίτερη σημασία σε γιορτές και σημαντικές κοινωνικές εκδηλώσεις. Στις ιστορίες που καταγράφονται από την εποχή, τα γεγονότα αναμιγνύονται με μυστικισμό για να έχουμε σήμερα αφηγήσεις όπου ο θρύλος στέκεται χέρι-με-χέρι με την ιστορία και τις παραδόσεις του τόπου. Τα θαύματα των αγίων είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Διαβάστε στην συνέχεια αφηγήσεις που συνέλεξα από Πραστίτες για θαύματα του Άγιου Γεωργίου, αρχικά εκείνα που απεικονίζονται στην εικόνα του και στην συνέχεια θαύματα σε Πραστίτες καθώς και σε ένα Περιστερωνίτη.

(Αφιέρωμα τιμής στους αγωνιστές που βασανίστηκαν από τους Βρετανούς αποικιοκράτες στα φοβερά ανακριτήρια της Ομορφίτας)

Τα συρματοπλέγματα στους πανύψηλους,
τσιμεντένιους τοίχους, βαριά φορτισμένα με ηλεκτρισμό,
ματαιώνουν κάθε απόπειρα απόδρασης.
Η παγίδευση απόλυτη: Σαπίζεις ή πεθαίνεις
σ’ αυτό το στρατόπεδο συγκεντρώσεως.

Μυριόπλουμη Ακακία,
χαϊδεμένη της Άνοιξης,
που στολίστηκες
από την κορφή ως τη γη.

Πανώριο πλουμίδι του ευωδιαστού κάμπου,
φορτώθηκες χαμόγελα χρυσαφιά,
κρέμασες ηλιαχτίδες στο λαιμό
και κομπολόι τα χρυσά στο μέτωπο.

Η αγάπη μας απέραντη
σαν τον πλατύ τον κάμπο
της Μεσαορίας.

Τα όνειρα μας
μεστωμένα
σαν στάχυα του Μάη.

Ακρίτα Διγενή άφθαρτε, με τα πολλά τα ρούχα,
άφησες στης Ρήγαινας το κάστρο, το σπαθί και το κοντάρι,
σαν έφευγες πωρνό- πωρνό, από την κλίνη την δική της.
Άφησες στο στόμα το φιλί της και πας σε ξένα μέρη,
να βρεις εκείνους που μίσεψαν με σκοτεινά καράβια.

Παίρνεις στο ένα χέρι το βιολί, στο άλλο το δευτέρι
και στον δεξί τον ώμο σου, την βούρκα σου κρεμάεις
που με αγάπη γέμισε, της Ρήγαινας το χέρι.