«Μηδείς θρηνείτο πενίαν»
(Αναστάσιμος Λόγος Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου)

Με το δοξάρι κατεβάζεις τους ανθούς
και ευωδιάζει η πόλη.
Για μια δραχμή, για δυο,
ανοίγεις την πόρτα του ουρανού,
με του λυράρη του Απόλλωνα την χάρη!
Και κατεβαίνουν Σεραφείμ και ψάλλουν
και ο πολύβουος, ο άχαρος ο δρόμος,
απ’ τις δικές σου μελωδίες,
γίνεται φως του κόσμου.
Μια μεταμόρφωση τριγύρω επέρχεται,
το άσχημο και το κακό,
πλάθεται πάλι ωραίο.

(Αφιέρωμα στον Έλληνα Δάσκαλο της Διασποράς)

Είσαι εσύ Φως, «επί την λυχνίαν»
Που φέγγει τριγύρω, ανέσπερον.
Στο απέραντο πέλαγος, πολιτειών μακρινών,
Μεγάλα καράβια τσακίζονται στην τραμουντάνα,
Τα βυθίζει η θαλασσοταραχή.
Μα τα μικρά τρεχαντήρια κι οι σκούνες,
Που φτάνουν από τον Νοτιά,
Βρίσκουν απάνεμη γωνιά, κι αράζουν όμορφα,
Γιατί είσαι εσύ Φάρος,
Που σκορπά τα σκοτάδια.

(Νόστιμον Ήμαρ)

Οικιστής εσύ,
Κράτησες στα χέρια σου τ’ αγνά,
Το ιερό πυρ, από τον βωμό,
Της θαλασσοφίλητης Σαλαμίνας
Και το πήρες στην νέα πατρίδα.

(Αφιέρωμα στους Άστεγους της Οικουμένης)

Χιονίζει,
κι εσύ κοιμάσαι στον δρόμο.
Βρέχει ο Θεός
και πάνω από το κεφάλι σου,
σκεπή ο ουρανός.

Στην πόρτα που άνοιξε για μένα,
Πριν την διαβώ, σε πρόταξα εσένα.
Μαζί κινήσαμε στο ίδιο καράβι,
Σαν φύγαμε από την Τροία,
Και πήραμε τους δρόμους της θάλασσας για την Σαλαμίνα.
Μα σαν τα βλέφαρα μου έκλεισαν
κι’ ακούμπησα στον τοίχο του καραβιού κεφάλι μου, να ξαποστάσω
Απ’ του κουπιού του βαρετού τον αδιάκοπο μόχθο,
Εσύ έπιασες το πρώτο λιμάνι, με έσυρες στην γη κάτω,
Και ξανατράβηξες μονάχος για το άγιο το νησί μας.

Μονάχος μου σε ξένο τόπο,
Αναζητούσα ξενία και την βρήκα.
Ξένοι και άγνωστοι μου άνοιξαν τις πόρτες των σπιτιών τους,
Σε μέγαρα και φτωχοκάλυβα μπήκα
Και όλοι με καλοδέχτηκαν,
«Ξένε» μου, έλεγαν, «προστάτης σου ο Μέγας Δίας,
Κάνε το σπίτι μας δικό σου,
Δίπλα σου θα είμαστε σε κάθε σου ανάγκη.

(Αφιερωμένο με Αγάπη στον Ελληνισμό του Πόντου)

Σε μαλαματένια κασέλα κρυβόσου,
Πέρα από την άκρη του Πόντου,
Το Χρυσόμαλλο Δέρας σε φύλαγε
Από τα χιόνια και τον Βοριά.
Δεσμώτης στον Καύκασο,
Φωτοδότης Εσύ,
Θαμμένος στην Γη, σαν τον σπόρο του σιταριού,
Ξεπετάχτηκες, με την πρώτη ακτίνα του ήλιου!

Σκοπός του βιβλίου αυτού είναι να περιγράψει και να παραδώσει στην παρούσα γενεά αλλά και στις επερχόμενες, χαρακτηριστικά που συνιστούσαν την φυσιογνωμία του Πραστειού ως κοινότητας της Μεσαορίας και κατ’ επέκταση της Κύπρου. Η φυσιογνωμία του Πραστειού όπως και άλλων κοινοτήτων και πόλεων της Κύπρου, είναι προϊόν της ιστορικής πορείας του τόπου μας, των καταβολών και επιδράσεων που δέχτηκε ως αποτέλεσμα της πορείας του αυτής μέσα στον χρόνο.

Η γεωγραφική της θέση μεταξύ τριών ηπείρων υπήρξε για την Κύπρο προνόμιο, αφού λειτούργησε ως σταυροδρόμι πολιτισμών Ανατολής και Δύσης, Βορρά και Νότου, από τους οποίους δέχτηκε επιδράσεις που τις αφομοίωσε και τις εξέφρασε στην συνέχεια με τον δικό της μοναδικό τρόπο, εμφανή στον λαϊκό της πολιτισμό. Η θέση της υπήρξε και κατάρα αφού πέρασε από τα χέρια όλων των εκάστοτε ισχυρών της περιοχής που της επέβαλαν τον ζυγό της δουλείας με όλα του τα δεινά για τον λαό της.Η θέση του Πραστειού, στο κέντρο της πεδιάδας της Μεσαορίας και μεταξύ των μεγαλύτερων χειμάρρων της Κύπρου διαδραμάτισε καταλυτικό πράγοντα στην εξέλιξη του χωριού. 

Όταν πεθάνω βγάλτε μου το μνήμα μου μεγάλον,
να με χωρά να στέκομαι, να μπόρω να ξαπλώνω.
Εις τον Βορράν και Γέννησιν, αφήστε παραθύριν,
για να θωρώ την Μεσαριάν, που χάραμαν ως δείλις.
Επάνω από το μνήμα μου, μην κάμετε κιβούριν,
ούτε λουλούδια θέλω ‘γω και κρίνα ανθισμένα,
μόνο να μου φυτεύετε σιτάρι κάθε Νιόβρη.
Να το θωρώ που θα βλαστά και που θα μεγαλώνει
και με τον Μάρτη τον καλό, τα στάχυα όταν γεμίζουν,
θα χαίρετ’ η ψυχούλα μου και θα αναγαλλιάζει.


Κι όταν στου Πλάστη θα βρεθώ εγώ μπροστά στο θρόνο,
θα πέσω εις τα πόδια του και θα του τα φιλήσω
και θα του πω να μην ξεχνά, να βρέχει κάθε χρόνον
στη Μεσαριά νερά πολλά, να πίνει να χορτάνει.
Και στα βουνά του Μαχαιρά να βρέχει, να χιονίζει,
να κατεβαίνει ο Πηδιάς γεμάτος κάθε χρόνον,ζώνη διαμαντοσόλιστη, στη μέση να τη ζώνει.

-Θεά πανώρια, του έρωτα και της αγάπης,
Στα πόδια σου γονατιστή παρακαλώ
Και την κορόνα απ’ το κεφάλι βγάζω.
Πες μου εσύ, του ερωτιάρη αδελφή,
Πού πήρε τον Ακρίτα μου ο Χάρος,
Που την ψυχή του άρπαξε,
Με μπαμπεσιά και δόλο.

-Ρήγαινα, αρχόντισσα, μαυροντυμένη,
Από τους νεκρούς,
κανένας δεν είναι μπορετό
για να γυρίσει πίσω.

Είσαι τριαντάφυλλο ακριβό
που τώρα λείπει.

Είσαι τ’ αρνί στη μάντρα μου,
το πρώτο
και τώρα,
το κοπάδι ολάκερο ορφανό,
σαν τραβά στη βοσκή
κι Εσύ να λείπεις.